Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις

 

Η παρούσα έρευνα είναι η πρώτη για το 2025 που διεξάγει το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ σε εξαμηνιαία βάση από τον Μάιο του 2009. Οι τηλεφωνικές συνεντεύξεις διενεργήθηκαν από την εταιρεία MARC AE σε πανελλαδικό δείγμα 1.002 μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (0-49 άτομα προσωπικό), μεταξύ 5-19 Φεβρουαρίου του 2025.Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ο δείκτης οικονομικού κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων βελτιώθηκε σημαντικά το δεύτερο εξάμηνο του 2024.

Ανέβηκε κατά δέκα περίπου μονάδες, σε σύγκριση με το προηγούμενο εξάμηνο, φθάνοντας τις 59,3 μονάδες. Ωστόσο, από τα επιμέρους στοιχεία τις έρευνας προκύπτουν σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων. Σημαντικά μεγαλύτερες δυσκολίες και προκλήσεις φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν οι πολύ μικρές επιχείρησες (0 – 9 εργαζόμενους).Η αβεβαιότητα, η μείωση του κύκλου εργασιών για τις μικρότερες επιχειρήσεις, η αδυναμία τους να χρηματοδοτήσουν σημαντικές επενδύσεις, η έλλειψη ρευστότητας αλλά και αυξημένο λειτουργικό κόστος, επιτείνουν το κίνδυνο τη συρρίκνωσης της πολύ μικρής επιχειρηματικής δραστηριότητας και την περαιτέρω συγκέντρωση αυτής σε μικρότερο αριθμό επιχειρήσεων.

Σημαντικό πρόβλημα για τις περισσότερες ΜμΕ είναι η ρευστότητα καθώς το 45,4% των επιχειρήσεων δήλωσε μείωση ρευστότητας το δεύτερο εξάμηνο του 2024, ενώ μία στις δύο επιχειρήσεις (50,4%) δήλωσε ότι τα ταμειακά της διαθέσιμα είναι μηδενικά ή επαρκούν το πολύ για ένα μήνα. Η έλλειψη ρευστότητας και η αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοδότηση αυτό αντανακλάται και στο πεδίο των επενδύσεων των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, όπου τα ποσά που δαπανώνται είναι ιδιαίτερα χαμηλά καθώς βασίζονται στην συντριπτική τους πλειονότητα σε ίδια κεφάλαια.

Σε επίπεδο απασχόλησης, το ισοζύγιο των επιχειρήσεων που αύξησαν το προσωπικό τους έναντι αυτών που το μείωσαν εμφανίζεται αρνητικό κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Από την άλλη μεριά οι εκτιμήσεις για το τρέχον εξάμηνο όσον αφορά την απασχόληση είναι αισιόδοξες. Υψηλό παραμένει το ποσοστό των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξεύρεση του προσωπικού που χρειάζονται. Περισσότερες από 1 στις 3 επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας τους.

Όσον αφορά το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων από τα ευρήματα της έρευνας εκτιμήθηκε ότι για πάνω από 9 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις έχει αυξηθεί από την εκδήλωση της ενεργειακής κρίσης κατά σχεδόν 40%. Απόρροια του αυξημένου λειτουργικού κόστους είναι σχεδόν 1 στις 3 επιχειρήσεις να έχουν αυξήσει τις τιμές τους το δεύτερο εξάμηνο του 2024, χωρίς να διαφαίνεται κάποια τάση σημαντικής αποκλιμάκωσης.

Τα σημαντικότερα ευρήματα της εξαμηνιαίας έρευνας κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ είναι τα εξής:

Δείκτης οικονομικού κλίματος
 Μετά από τρία εξάμηνα διαδοχικής υποχώρησης, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος παρουσιάζει σημαντική άνοδο κατά δέκα περίπου μονάδες, φθάνοντας τις 59,3 μονάδες έναντι του προηγούμενου εξαμήνου που διαμορφώθηκε στις 49,6 μονάδες, διατηρώντας πάντως μεγάλη απόσταση από το ιστορικό υψηλό που καταγράφηκε στο πρώτο εξάμηνο του 2023 όταν ανήλθε στις 66,7 μονάδες.
 Μεγάλη απόκλιση μεταξύ των διαφόρων μεγεθών μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, καθώς στις μικρότερες αυτών ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος ανέρχεται μόλις στις 48 μονάδες, ενώ στις μεγαλύτερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκτοξεύεται στις 81,1 μονάδες.
 Σε επίπεδο προσδοκιών των ΜμΕ, παρατηρείται μια άνοδος της τάξεως των τεσσάρων περίπου μονάδων, στις 59,1 από τις 55 μονάδες του προηγούμενου εξαμήνου, άνοδος, όμως, που δεν μεταφράζεται σε επικράτηση κλίματος αισιοδοξίας για το μέλλον, αλλά συντηρεί το αίσθημα αβεβαιότητας και ανασφάλειας, καθώς τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις εκτιμούν ότι η θέση τους θα
επιδεινωθεί το επόμενο διάστημα.

Κύκλος εργασιών 
 Βελτίωση σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2024 παρουσιάζει ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων, διατηρώντας όμως αρνητικό ισοζύγιο, γεγονός που αποδίδεται στην επίμονη κρίση ακρίβειας και στη διαρκή υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.
 Το 38,4% των επιχειρήσεων σημείωσε μείωση του κύκλου εργασιών το δεύτερο εξάμηνο του 2024, έναντι 27,1% που σημείωσε αύξηση και 33,6% όπου παρέμεινε σταθερός.
 Αντίστροφη είναι η πορεία ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης, καθώς στις επιχειρήσεις με ετήσιο τζίρο έως 50.000 € προκύπτει μείωση κύκλου εργασιών για το 47,8%, ποσοστό που μειώνεται όσο αυξάνεται ο ετήσιος τζίρος για να καταλήξει στις επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 300.000 € να περιορίζεται στο 21,3%.

Αποτελέσματα χρήσης 

 Οι επιχειρήσεις που κατέγραψαν κέρδη το 2024 (52,2%) μειώθηκαν συγκριτικά με το 2023 (56,2%).
 Οι επιχειρήσεις που δηλώνουν ζημίες για το 2024 (20,7%) είναι περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2023 (21%), παρατηρείται, όμως, σημαντική αύξηση των επιχειρήσεων που εμφανίζουν μηδενικό αποτέλεσμα (18,6%) συγκριτικά με το προηγούμενο έτος (14,6%).

Ρευστότητα – Ταμειακά διαθέσιμα
 Το δεύτερο εξάμηνο του 2024 μόλις το 18,9% των επιχειρήσεων αύξησε τη ρευστότητά του, έναντι 45,4% που κατέγραψε μείωση της ρευστότητάς του.
 Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν (28,4%), ή διαθέτουν το πολύ για ένα μήνα (22,1%), ταμειακά διαθέσιμα και μόλις το 8,9% των επιχειρήσεων εμφανίζεται να διαθέτει επαρκή διαθέσιμα πέραν του εξαμήνου, με τις μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις να εμφανίζουν ποσοστιαία μεγαλύτερη έλλειψη ρευστών διαθέσιμων πόρων συγκριτικά με τις μεγαλύτερες.
 Ιδιαίτερα έντονο πρόβλημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ο κλάδος της εστίασης, με το ποσοστό εκείνων που δεν έχουν ταμειακά διαθέσιμα, ή τα ταμειακά τους διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα, να ανέρχεται σε 64,1% (39,1% δεν έχει καθόλου ταμειακά διαθέσιμα και 25% έχει ταμειακά διαθέσιμα που επαρκούν το πολύ για ένα μήνα).

Απασχόληση 

 Στην απασχόληση το ισοζύγιο των επιχειρήσεων που μετέβαλαν το προσωπικό ήταν αρνητικό. Συγκεκριμένα, το δεύτερο εξάμηνο του 2024 οι επιχειρήσεις οι οποίες δήλωσαν ότι αύξησαν το προσωπικό τους αντιστοιχούν στο 7,9% έναντι 8,9% που δήλωσε ότι το μείωσε.
 Οι εκτιμήσεις για το πρώτο εξάμηνο του 2024 είναι θετικές, με το 14,3% των επιχειρήσεων να αναμένει αύξηση προσωπικού, έναντι μόλις 4,2% που προβλέπει μείωση.

Κενές θέσεις εργασίας 

 Αρνητικό, με ελαφρά ανοδικές μάλιστα τάσεις, σε σχέση με την έρευνα του προηγούμενου εξαμήνου, εξακολουθεί να εμφανίζεται το ισοζύγιο που αποτυπώνεται όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσον οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην εξεύρεση εργαζομένων. Πιο συγκεκριμένα, στο ερώτημα αυτό το 37,3% των επιχειρήσεων απάντησε ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα, έναντι ενός 34,3% που απάντησε ότι δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα.
 Σχετικά με τις ειδικότητες που παρουσιάζουν έλλειψη στην αγορά εργασίας, οι ειδικευμένοι/ες τεχνίτες/ριες-χειριστές/ίστριες μηχανημάτων (28,5%), οι εργάτες/ριες-βοηθοί μαστόρων/ορισσών και το προσωπικό καθαριότητας (19,4%), καθώς και οι ειδικότητες που σχετίζονται με τους κλάδουςτου τουρισμού και της εστίασης, σερβιτόροι/ες, μάγειρες/είρισσες και ζαχαροπλάστες/ριες (17,4%) εξακολουθούν, σε σχέση και με την έρευνα του προηγούμενου εξαμήνου, να αποτελούν, με σειρά προτεραιότητας, τις τρεις σημαντικότερες κατηγορίες.

Ζήτηση – Παραγγελίες
 Για το 35,1% των επιχειρήσεων η ζήτηση μειώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2024, έναντι 26,4% που δήλωσε ότι αυξήθηκε και 38,1% που δήλωσε πως παρέμεινε η ίδια.
 Στον κλάδο του εμπορίου εντοπίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα μείωσης της ζήτησης, όπου η πλειονότητα (45,6%) διαπιστώνει μείωση, όπως και στις ατομικές επιχειρήσεις (41%), στις επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 € (43,6%) και σε όσες δεν απασχολούν προσωπικό (45,5%).
 Για τις παραγγελίες προς τους προμηθευτές το δεύτερο εξάμηνο του 2024, η πλειονότητα (38,5%) απάντησε ότι μειώθηκαν. Το 37,5% απάντησε ότι έμειναν αμετάβλητες και αύξηση δήλωσε μόνο το 23,1%, με τη μεγαλύτερη μείωση να εντοπίζεται στον κλάδο του εμπορίου (50,1%).

Επενδύσεις 
 Οριακή υποχώρηση των επιχειρήσεων που πραγματοποίησαν κάποιας μορφής επένδυση παρατηρείται το δεύτερο εξάμηνο του 2024, καθώς αυτές ανέρχονται στο 32,2% έναντι του 34,1% του πρώτου εξαμήνου.
 Το 20,7% των επιχειρήσεων πραγματοποίησε επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό και ψηφιακές τεχνολογίες, το 16,6% επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και λοιπά μηχανήματα, το 6,5% σε κτιριακές εγκαταστάσεις και λοιπό εξοπλισμό και το 7,1% σε κατάρτιση και εκπαίδευση προσωπικού. Σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο, παρατηρείται μείωση των επενδύσεων κατά δύο περίπου μονάδες σε τεχνολογικό εξοπλισμό/ψηφιακές τεχνολογίες και σε κτίρια, ενώ αύξηση παρουσίασαν οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό/λοιπά μηχανήματα κατά σχεδόν τέσσερις μονάδες, ενώ στην εκπαίδευση προσωπικού αυτές αυξήθηκαν οριακά κατά 0,4%.
 Το ύψος της επένδυσης που πραγματοποίησαν οι επιχειρήσεις παραμένει ιδιαίτερα χαμηλό και στο δεύτερο εξάμηνο του 2024, αφού για το 52,5% όσων πραγματοποίησαν κάποιας μορφής επένδυση αυτή δεν ξεπέρασε τις 5.000 €.
 Το πρόβλημα της πρόσβασης σε χρηματοδότηση παραμένει κυρίαρχο για τις ΜμΕ, καθώς το ποσοστό της αυτοχρηματοδότησης των επενδύσεων συνεχίζει να αυξάνεται σημαντικά, φτάνοντας το 89,1% τον Φεβρουάριο του 2025, έναντι 84,2% και 80,5% τον Φεβρουάριο του 2024 και του 2023, αντίστοιχα. Αντίθετα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση επενδύσεων μέσω προγραμμάτων, όπως το ΕΣΠΑ, καταγράφηκε για το 5,6%, ενώ χρηματοπιστωτική χρηματοδότηση έλαβε μόλις το 1,9% των επιχειρήσεων.

Τιμές  

 Περίπου 1 στις 3 επιχειρήσεις αύξησε τις τιμές της το δεύτερο εξάμηνο του 2024.
 Η πίεση που ασκείται στις επιχειρήσεις να αυξήσουν τιμές προϊόντων και αγαθών διαμορφώνει έναν αδιατάρακτο φαύλο κύκλο επαναλαμβανόμενων ανατιμήσεων, καθώς αναζητείται το σημείο ισορροπίας μεταξύ αυξημένου λειτουργικού κόστους και πρώτων υλών, κόστους διαβίωσης και οικονομικής στενότητας των νοικοκυριών.
 Σε κλαδικό επίπεδο, οι επιχειρήσεις του κλάδου του εμπορίου καταγράφουν το μεγαλύτερο ποσοστό όσων αύξησαν τιμές (35,1%), με τους τομείς της μεταποίησης-βιοτεχνίας και τον τομέα των υπηρεσιών να ακολουθούν με μικρές διαφοροποιήσεις (30% και 28,8%, αντίστοιχα).
 Ως προς το τρέχον εξάμηνο, 1 στις 4 επιχειρήσεις (25,6%) εκτιμά ότι θα αυξήσει τις τιμές της.

Επιπτώσεις ανατιμήσεων – αύξηση λειτουργικού κόστους 

 Ως προς το κόστος λειτουργίας, σχεδόν 9 στις 10 επιχειρήσεις (91,6%) δήλωσαν ότι το κόστος λειτουργίας τους αυξήθηκε. Για τις επιχειρήσεις αυτές το κόστος λειτουργίας αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 39,6%.
 Αντίστοιχα είναι και τα ποσοστά των επιχειρήσεων που κατέγραψαν αύξηση του λειτουργικού κόστους ανά τομέα δραστηριότητας (εμπόριο, μεταποίηση, υπηρεσίες).
 Για τις επιχειρήσεις αυτές, το λειτουργικό κόστος στο εμπόριο αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 40,7%, στη μεταποίηση κατά 34% και στις υπηρεσίες κατά 42,1%.

Ηλεκτρονικές συναλλαγές
 Το 49,7% των επιχειρήσεων αντλεί πάνω από το 50% του τζίρου του από ηλεκτρονικές συναλλαγές.
 Το 87,7% θεωρεί τις τραπεζικές χρεώσεις υπερβολικές.
 Το 74,2% κρίνει ανεπαρκή τα κυβερνητικά μέτρα για τη μείωση των τραπεζικών χρεώσεων.

Υποχρεώσεις – οφειλές

 Η κατάσταση σχετικά με τα ποσοστά μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων με καθυστερημένες οφειλές παρουσιάζει ελαφρά βελτίωση. Ωστόσο, το ποσοστό των επιχειρήσεων που δυσκολεύονται να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, με το 29% να έχει τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή, παρουσιάζοντας μια μικρή μείωση σε σχέση με το προηγούμενο ποσοστό του 30,6%.
 Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με 3 ή περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές παραμένουν σταθερές στο 10,1%. Υπάρχει μικρή μείωση στο ποσοστό των επιχειρήσεων με 2 καθυστερημένες οφειλές (7,1%, σε σύγκριση με 7,4% το προηγούμενο εξάμηνο) και βελτίωση στο ποσοστό των επιχειρήσεων με 1 ληξιπρόθεσμη οφειλή (11,8% έναντι 13,1% το προηγούμενο εξάμηνο).
 Οι επιχειρήσεις εστίασης φαίνεται να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υπερχρέωσης, με το 21,4% να έχει τρεις ή περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές, ενώ το 38,6% έχει τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή. Επίσης, σημαντικά προβλήματα υπερχρέωσης αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις χωρίς προσωπικό (38%) και όσες έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 € (37,5%).

 Τα υψηλότερα ποσοστά των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων με καθυστερημένες οφειλές εντοπίζονται να είναι προς τον πρώην ΟΑΕΕ (13,9%), την εφορία (12,7%) και τους προμηθευτές (11,8%).
 Το 43,1% των οφειλετών συγκεντρώνονται στη χαμηλότερη κατηγορία με οφειλές ως 10.000 €.

Δείκτες αβεβαιότητας και βιωσιμότητας  
 Η απαισιοδοξία στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις σχετικά με τη μελλοντική τους βιωσιμότητα υποχώρησε, καθώς ο δείκτης αβεβαιότητας διαμορφώθηκε στις 32,5 μονάδες, καταγράφοντας μείωση 4,1 μονάδων σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο.
 Αντίστοιχη είναι η εικόνα και ως προς τον δείκτη βιωσιμότητας, καθώς το 2,5% των επιχειρήσεων εκφράζει τον φόβο για διακοπή της δραστηριότητάς του το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, έναντι του 3,2% που ήταν τον Ιούλιο του 2024.
 Το μεγαλύτερο πρόβλημα και αυξημένη πιθανότητα παύσης δραστηριότητας εντοπίζεται στις επιχειρήσεις με καθυστερημένες υποχρεώσεις, ιδίως σε εκείνες που είναι υπερχρεωμένες προς το Δημόσιο.

Δείτε όλη την έρευνα εδώ:

klima_b_2024

Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις

Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (0-49 άτομα προσωπικό οι οποίες αποτελούν το 99,6% των ελληνικών επιχειρήσεων) 

 

  • Σημαντική άνοδος του δείκτη οικονομική κλίματος των ΜμΕ στις 46,3 μονάδες
  • Κρίσιμες βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες προκλήσεις για τη βιωσιμότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων

 

 

Η εξαμηνιαία έρευνα οικονομικού κλίματος για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οποία διενεργείται συστηματικά από τον Μάιο του 2009, αποτελεί την τρίτη κατά σειρά έρευνα που διεξάγεται υπό τις πρωτοφανείς συνθήκες που έχει διαμορφώσει η υγειονομική κρίση.

Μετά την καθίζηση στο δείκτη οικονομικού κλίματος των ΜμΕ που καταγράφηκε στις δυο προηγούμενες έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ιούλιος 2020 και Φεβρουάριος 2021), ο γενικός δείκτης σημειώνει σημαντική άνοδο 26,2 μονάδων, καθώς διαμορφώνεται στις 46,3 μονάδες για το Α’ εξάμηνο του 2021. Παραμένει, ωστόσο, χαμηλότερα σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.

Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει πως τα μέτρα στήριξης της ελληνικής οικονομίας σε συνδυασμό με την σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων στην οικονομική δραστηριότητα, που κατέστη εφικτή κυρίως από την πρόοδο στους εμβολιασμούς, έχει επιτρέψει στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις να παραμείνουν «ζωντανές».

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ευρήματα της έρευνας, ένα μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων συνεχίζει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας. Η έλλειψη ρευστότητας παραμένει το πρόβλημα για τις ΜμΕ και διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει χρόνιο, ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή, όπως οι επιχειρήσεις του κλάδου της εστίασης. Το παρατεταμένο διάστημα που οι επιχειρήσεις αυτές υπολειτούργησαν (ή δεν λειτούργησαν) τις έχει επιβαρύνει ιδιαίτερα, διατηρώντας υψηλά τον κίνδυνο βιωσιμότητας που αντιμετωπίζουν, παρά μάλιστα τα μέτρα στήριξης που υιοθετηθήκαν. 

Έτσι, υψηλά παραμένουν τα ποσοστά των επιχειρήσεων που έχουν μειωμένη ή/και καθόλου ρευστότητα. Συγκεκριμένα, 4 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (42,4%) έχουν ταμειακά διαθέσιμα το πολύ για ένα μήνα. Μάλιστα 1 στις 5 επιχειρήσεις (21,4%) δεν έχει καθόλου ρευστότητα.

Δεν είναι, συνεπώς, παράδοξο που το ποσοστό των επιχειρήσεων που εκφράζει το φόβο για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητας του το επόμενο διάστημα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό (36,7%). 

Στα παραπάνω προβληματικά στοιχεία προστίθεται και ένα καινούργιο. Η σημαντική άνοδος των τιμών που μειώνει τα εισοδήματα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ναρκοθετώντας τις προοπτικές ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Για τις τιμές αγαθών/υπηρεσιών είναι η πρώτη φορά σε εξαμηνιαία έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που καταγράφεται τόσο υψηλό ποσοστό επιχειρήσεων που δήλωσε πως αύξησε τις τιμές του (23,6%).  Επιπλέον, το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνει πως θα αυξήσει τις τιμές του το επόμενο διάστημα είναι επίσης το υψηλότερο που έχει καταγράφει σε εξαμηνιαία έρευνα οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (22,2%). 

Περάν αυτών, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις μεσοπρόθεσμα θα έρθουν αντιμέτωπες με προκλήσεις για τις οποίες δεν είναι προετοιμασμένες. Είναι κοινή παραδοχή ότι η πανδημική κρίση λειτουργεί ως «ψηφιακός επιταχυντής», ενώ η λεγόμενη πράσινη μετάβαση των επιχειρήσεων φαίνεται ότι θα επιταχυνθεί.

Εάν προσθέσουμε και την αβεβαιότητα που υπάρχει λόγω της στασιμότητας που παρατηρείται στο εμβολιαστικό πρόγραμμα σε συνάρτηση με τις νέες μεταλλάξεις του κορωνοϊού, δημιουργούνται πολλαπλές προκλήσεις για τη βιωσιμότητα μεγάλου μέρους των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μεσοπρόθεσμα.

Βραχυπρόθεσμα, οι επιχειρήσεις που έχουν πληγεί δυσανάλογα από τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης (επιχειρήσεις που το προηγούμενο διάστημα είχαν αναστείλει τη λειτουργία τους με κρατική εντολή) φαίνεται ότι θα χρειαστούν επιπρόσθετη στήριξη για την ενίσχυση της ρευστότητας τους, αλλά και για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων τους, ιδιαίτερα εάν υπό το βάρος των επιδημιολογικών δεδομένων οδηγηθούμε σε περιορισμούς στη δραστηριότητα τους. Επιπλέον, η αύξηση των τιμών είναι μια πρόδρομη ένδειξη των πληθωριστικών πιέσεων που θα δεχθούν όλες οι οικονομίες. Αυτές οι πληθωριστικές πιέσεις σε συνδυασμό με τις υφεσιακές τάσεις που μπορεί να προκληθούν από τη συνέχιση της πανδημίας εγκυμονούν τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού, φαινόμενο που εκδηλώθηκε από το 1973 και ταλάνισε όλες τις οικονομίες για μία δεκαετία. Επομένως κρίσιμος θα είναι ο τρόπος αντιμετώπισης των ανατιμήσεων. 

Μεσοπρόθεσμα, μεγάλο μέρος μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων θα κληθεί  να αντιμετωπίσει μια ισχυρή τριπλή πρόκληση στη «μετά Covid-19 εποχή» που περιλαμβάνει: i) την ανάγκη προσαρμογής στις υφιστάμενες ψηφιακές προκλήσεις που προκύπτουν από την κλιμάκωση του νέου τεχνολογικού κύματος και την έλευση της λεγόμενης «4ης Βιομηχανικής Επανάστασης», ii) την αντιμετώπιση ενός διαρκώς επιταχυνόμενου ψηφιοποιούμενου οικονομικού περιβάλλοντος, ως συνέπεια και των επιπτώσεων της πανδημίας Covid-19, που θα οξύνει το ψηφιακό χάσμα μεταξύ ψηφιακά προηγμένων και λιγότερο ψηφιακά ανεπτυγμένων επιχειρήσεων και iii) την επιβίωση, λειτουργία και ανάπτυξη των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων. Με βάση αυτά, οι σχετικές ψηφιακές πολιτικές οφείλουν να εμπεριέχουν στοιχεία άμεσης παρέμβασης αλλά και μακροπρόθεσμης προοπτικής ως προς τις αναγκαίες πολιτικές ψηφιακής ανάπτυξης, μετασχηματισμού και οικονομικής επιβίωσης των πολύ μικρών επιχειρήσεων στην μετά Covid-19 ψηφιακή εποχή. 

Κατ’ αντιστοιχία, σημαντική πρόκληση για τις μικρές επιχειρήσεις αποτελεί και η «πράσινη μετάβαση». Η υιοθέτηση πράσινων πρακτικών, πράσινων τεχνολογιών και αειφορικών επιχειρηματικών μοντέλων συνιστά σήμερα κρίσιμη προϋπόθεση για τη ανάπτυξη των επιχειρήσεων καθώς συνδέεται με την ποιότητα των προϊόντων και τον βιώσιμο χαρακτήρα των επιχειρησιακών διαδικασιών που ακολουθούνται. Ωστόσο, η μετάβαση σε πράσινες πρακτικές προϋποθέτει νέες επενδύσεις ως προς την υιοθέτηση νέου εξοπλισμού και συστημάτων, και συνεπώς, κατάλληλες και προσβάσιμες πηγές χρηματοδότησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι νέες προδιαγραφές που αναδύονται για το πέρασμα σε μια αειφόρο οικονομία προϋποθέτουν στοχευμένα και προσαρμοσμένα εργαλεία χρηματοδότησης και καθοδήγησης για την υποστήριξη των μικρών επιχειρήσεων.     

 

Τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ είναι τα εξής:

Αποτίμηση εξαμήνου 

 

  • Βασικοί οικονομικοί δείκτες 

 

  • Ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος για το Α’ εξάμηνο του 2021 σημειώνει σημαντική άνοδο καθώς διαμορφώνεται στις 46,3 μονάδες, έναντι των 20,1 μονάδων που είχε καταγραφεί στην προηγούμενη εξαμηνιαία έρευνα (Φεβρουάριος 2021). Παραμένει ωστόσο σε χαμηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα (66,4 μονάδες).
    • 1 στις 2 επιχειρήσεις (55%) δήλωσε πως μειώθηκε ο τζίρος της κατά το Α’ εξάμηνο του 2021,  έναντι του 20% που δήλωσε πως αυξήθηκε και του 23% που δήλωσε πως παρέμεινε αμετάβλητος.
    • Ο κύκλος εργασιών των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων μειώθηκε μεσοσταθμικά κατά 16,7% το Α’ εξάμηνο του 2021. Τα αντίστοιχο εξάμηνο του 2020 ο κύκλος εργασιών των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων είχε καταγράψει μεσοσταθμική μείωση 40,1%. 
    • Δυσμενέστερη είναι κατάσταση που καταγράφεται στις επιχειρήσεις που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή, καθώς 7 στις 10 επιχειρήσεις (68,3%) δήλωσαν πως το Α’ εξάμηνο του 2021 μειώθηκε ο τζίρος τους.
    • H μεσοσταθμική μείωση του τζίρου των επιχειρήσεων που ανέστειλαν τη λειτουργία με κρατική εντολή ανήλθε στο 30,3% και των επιχειρήσεις εστίασης στο 31,8%
    • Η ρευστότητα παραμένει το σημαντικότερο πρόβλημα των επιχειρήσεων καθώς το 56,1% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δήλωσε πως το Α’ εξάμηνο του 2021 μειώθηκε, έναντι του 15,3% που δήλωσε πως αυξήθηκε και του 27,2% που δήλωσε πως δεν μεταβλήθηκε.

 

  • Το πρόβλημα ρευστότητας των επιχειρήσεων φαίνεται και από το υψηλό ποσοστό των επιχειρήσεων που δεν έχουν καθόλου ταμειακά διαθέσιμα ή τα ταμειακά τους διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα. 
  • Συγκεκριμένα 1 στις 5 επιχειρήσεις (21,4%) δεν έχει καθόλου ταμειακά διαθέσιμα, ενώ για επίσης 1 στις 5 επιχειρήσεις (21%) τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα.

 

    • Σωρευτικά για 4 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (42,4%) τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν μόλις για ένα μήνα.

 

  • Δυσμενέστερη είναι η εικόνα όσον αφορά τα ταμειακά διαθέσιμα των επιχειρήσεων που ανέστειλαν την λειτουργία τους με κρατική εντολή και των επιχειρήσεων εστίασης. 
  • Το 31,7% των επιχειρήσεων που ανέστειλαν την λειτουργία τους με κρατική εντολή δεν έχει καθόλου ρευστότητα, ενώ για το 19,2% τα ταμειακά διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα. Ανάλογα είναι και τα ευρήματα για τις επιχειρήσεις εστίασης. Το 28,9% δεν έχει καθόλου ταμειακά διαθέσιμα, ενώ το 21,6% έχει ταμειακά διαθέσιμα το πολύ για ένα μήνα.

 

  • Το 11,3% των επιχειρήσεων προχώρησε σε επενδύσεις το Α’ εξάμηνο του 2021, έναντι του 8,7% του αντίστοιχου περσινού διαστήματος.
  • Το 7,9% των επιχειρήσεων δήλωσε πως αύξησε το προσωπικό του το Α’ εξάμηνο του 2021, έναντι του 5,6% που δήλωσε ότι το μείωσε και του 86,6% που το διατήρησε σταθερό.

 

 

  • Τιμές αγαθών/υπηρεσιών

 

  • Για τις τιμές αγαθών/υπηρεσιών είναι η πρώτη φορά σε έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ που καταγράφεται τόσο μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων που δήλωσαν πως αύξησαν τις τιμές. 
  • Συγκεκριμένα το 23,6% των επιχειρήσεων δήλωσε πως κατά το Α’ εξάμηνο του 2021 αύξησε τις τιμές των αγαθών/υπηρεσιών έναντι του 16,7% που δήλωσε ότι τις μείωσε και του 58,3% που τις διατήρησε σταθερές.
  • Από τα στοιχεία της έρευνας εκτιμάται πως οι ανατιμήσεις θα συνεχιστούν διαμορφώνοντας ένα υψηλότερο επίπεδο τιμών. Παρόλο που δεν είναι ακόμα εμφανές εάν η άνοδος του πληθωρισμού αποτελεί προσωρινό φαινόμενο, η συνέχιση του φαινομένου θα οδηγήσει είτε σε αύξηση του βασικού επιτοκίου στην Ευρωζώνη, κάτι που θα εκθέσει σε κίνδυνο τα κράτη-μέλη με υπέρογκο χρέος, είτε στην περαιτέρω αύξηση των τιμών, όπου ίσως θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με ελάφρυνση της σχετικής φορολόγησης, και ενίσχυσης των πολιτικών πρόνοιας για τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
  • Επιπλέον φαίνεται πως είναι άμεσης προτεραιότητας ανάγκη η στήριξη των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί δυσανάλογα από τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, όπως οι επιχειρήσεις εστίασης, που όπως προκύπτει από την έρευνα, τουλάχιστον για το Α’ εξάμηνο του 2021, απορρόφησαν την άνοδο των τιμών, προσθέτοντας ακόμα έναν επιβαρυντικό παράγοντα στην προσπάθεια επιβίωσης που καταβάλουν.

 

 

  • Υποχρεώσεις/οφειλές 

 

  • Μειωμένα είναι τα ποσοστά των επιχειρήσεων που δηλώνουν πως έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές σε όλες τις κατηγορίες υποχρεώσεων σε σύγκριση με εκείνα των προηγούμενων εξαμηνιαίων ερευνών του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Φεβρουάριος 2021 και Ιούλιος 2020). Όπου έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα για την ανακούφιση των επιχειρήσεων. οι ληξιπρόθεσμες οφειλές φαίνεται πως έχουν περιοριστεί. 
  • Το 19,5% των επιχειρήσεων που έχουν ενοίκιο δήλωσαν πως έχουν καθυστερημένες οφειλές έναντι του 23% της έρευνας του Φεβρουαρίου του 2021 και του 30% της έρευνας του Ιουλίου του 2020. 
  • Το 10,2% των επιχειρήσεων δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το πρώην ΙΚΑ, έναντι του 13,1% που ήταν το Φεβρουάριο του 2021 και του 16,9% τον Ιούλιο του 2020. 
  • Υψηλά παραμένουν τα ποσοστά των επιχειρήσεων που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον πρώην ΟΑΕΕ (23,8%). Μάλιστα, τα ποσοστά αυτά εκτινάσσονται για τις επιχειρήσεις που έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους με κρατική εντολή (32,1%) καθώς και τις επιχειρήσεις εστίασης (37,1%). 
  • Αν και μειωμένα, υψηλά παραμένουν τα ποσοστά ληξιπρόθεσμων οφειλών για όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα: 
    • το 19,5% των επιχειρήσεων δηλώνει πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία, 
    • το  20,1% προς προμηθευτές, 
    • το 15,2% σε λογαριασμούς ενέργειας 
    • το 13,1% σε λοιπούς λογαριασμούς (πχ τηλέφωνο, ύδρευση). 
  • Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που έχουν τραπεζικά δάνεια το 25,5% αυτών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες.

 

Προσδοκίες για το επόμενο εξάμηνο 

  • Οι προσδοκίες για το Β’ εξάμηνο του 2021 παρουσιάζουν βελτίωση σε σύγκριση με τις δυο προηγούμενες έρευνες κλίματος, καθώς είναι περισσότερες οι επιχειρήσεις που αισιοδοξούν για το επόμενο διάστημα. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων συνεχίζει να είναι απαισιόδοξο. 
  • Το 39,4% των επιχειρήσεων αναμένει να επιδεινωθεί η οικονομική του κατάσταση, έναντι του 20,6% που θεωρεί πως θα βελτιωθεί και του 27,4% που δηλώνει πως θα παραμείνει αμετάβλητη.
  • Ιδιαίτερα απαισιόδοξες είναι οι επιχειρήσεις ως προς τη χρονική εξέλιξη της κρίσης που έχει προκαλέσει η πανδημία. 
  • Το 86,4% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων θεωρεί πως η οικονομική κρίση που έχει προκαλέσει η πανδημία θα διαρκέσει τουλάχιστον άλλα 2 χρόνια, με τους επιχειρηματίες της εστίασης να καταγράφουν το μεγαλύτερο ποσοστό (91%).

 

  • Βιωσιμότητα επιχειρήσεων 

 

  • Υψηλό παραμένει το ποσοστό των επιχειρήσεων που εκφράζει το φόβο για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητας του το επόμενο διάστημα. 
  • Σχεδόν 4 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (36,7%) εκφράζουν τον φόβο για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητας τους κατά το επόμενο διάστημα.
  • Εξαιρετικά δυσοίωνη παραμένει η κατάσταση ως προς τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή. Συγκεκριμένα οι μισές επιχειρήσεις (50,9%) που ανέστειλαν τη λειτουργία τους με κρατική εντολή εκφράζουν το φόβο πως θα διακόψουν την δραστηριότητα τους το επόμενο διάστημα. Αντίστοιχα είναι και τα στοιχεία για τις επιχειρήσεις εστίασης (48,5%)

 

  • Τιμές αγαθών/υπηρεσιών

 

  • Το 22,2% των επιχειρήσεων δηλώνουν ότι θα αυξήσουν τις τιμές τους το επόμενο εξάμηνο, έναντι μόλις του 8,2% που δηλώνει πως θα τις μειώσει και του 61,8% που δεν θα τις μεταβάλει. 
  • Το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνουν πως θα αυξήσουν τις τιμές τους είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί σε έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ και μάλιστα είναι τριπλάσιο σε σχέση με τις έρευνες των τελευταίων πέντε ετών.  
  • Από τα στοιχεία φαίνεται πως το επόμενο εξάμηνο θα συνεχιστούν οι ανατιμήσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες, ένα ζήτημα που υπό την παρούσα δυσμενή συγκυρία μειώνει περαιτέρω το εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

 

  • Υποχρεώσεις/οφειλές 

 

  • Ως προς τις εκτιμήσεις των επιχειρήσεων σχετικά με τις υποχρεώσεις τους για το επόμενο διάστημα, η κατάσταση προδιαγράφεται δύσκολη, παρόλο που τα ευρήματα είναι σημαντικά καλύτερα σε σχέση με εκείνα της έρευνας του Φεβρουάριο του 2021. 
  • 1 στις 5 επιχειρήσεις θεωρεί πως το επόμενο εξάμηνο δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί : 
    • στις υποχρεώσεις προς τον πρώην ΟΑΕΕ (20,8%)
    • στις φορολογικές της υποχρεώσεις (20,8%)
    • στις υποχρεώσεις ενοικίου (19% των επιχειρήσεων που έχουν ενοίκιο)
    • στις υποχρεώσεις προς προμηθευτές (19,2%)
    • στις τραπεζικές της υποχρεώσεις (20,2% των επιχειρήσεων που έχουν τραπεζικά δάνεια)
  • Επιπλέον το 16,5% των επιχειρήσεων δηλώνει πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις σε λογαριασμούς ενέργειες, το 15,9% σε λοιπούς λογαριασμούς και το 16,9% στις υποχρεώσεις προς το πρώην ΙΚΑ.  

Αναλυτικά η έρευνα:

infographic_ΕΡΕΥΝΑ_ΙΜΕ_ΓΣΕΒΕΕ_ΙΟΥΛ_2021_pdf

ΕΡΕΥΝΑ_ΙΜΕ_ΓΣΕΒΕΕ_ΙΟΥΛ_2021

 

 

Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος

Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Εξαμηνία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (0-49 άτομα προσωπικό οι οποίες αποτελούν το 99,6% των ελληνικών επιχειρήσεων) 

Η εξαμηνιαία έρευνα οικονομικού κλίματος για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οποία διενεργείται συστηματικά από τον Μάιο του 2009, αποτελεί την δεύτερη που διεξάγεται υπό τις πρωτοφανείς συνθήκες που έχει διαμορφώσει η υγειονομική κρίση.

Οι επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, που στην οικονομία έχουν εκδηλωθεί με την μορφή της βαθιάς και απότομης ύφεσης, όπως είναι επόμενο, έχουν επηρεάσει αρνητικά την οικονομική κατάσταση των ΜμΕ. Αυτό άλλωστε αποτυπώθηκε και στην αντίστοιχη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το Α εξάμηνο του 2020 όπου καταγράφηκε σοβαρή πτώση όλων των βασικών δεικτών που προσδιορίζουν την κατάσταση που βρίσκονται οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. 

Τα ευρήματα της έρευνας για το Β εξάμηνο του 2020 καταδεικνύουν πως η κατάσταση παραμένει δυσμενής. 

Ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος το Β εξάμηνο του 2020 διατηρείται σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο καθώς διαμορφώνεται στις 20,1 μονάδες. Δεν έχει μεταβληθεί, δηλαδή, σε σχέση με το Α εξάμηνο του 2020. 

Με μια πρώτη ανάγνωση της έρευνας φαίνεται πως η κατάσταση στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν έχει επιδεινωθεί περεταίρω, καθώς σε όλους σχεδόν τους επιμέρους δείκτες αποτίμησης καταγράφεται και μια μικρή υποχώρηση της επιδείνωσης. 

Η προσεκτικότερη, ωστόσο, εξέταση των στοιχείων της έρευνας αναδεικνύει σοβαρές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιχειρήσεων. Η πανδημική κρίση δεν επηρεάζει με την ίδια ένταση όλες τις επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα οι επιχειρήσεις που έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους με κρατική εντολή βρίσκονται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. 

Στην έρευνα καταγράφεται μια μικρή αύξηση τόσο των επιχειρήσεων που επωφελούνται από την κρίση όσο και των επιχειρήσεων που έχουν καταφέρει να απορροφήσουν τις δυσμενείς της επιπτώσεις. Για την πλειοψηφία όμως των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων φαίνεται πως η κατάσταση έχει επιδεινωθεί περαιτέρω, ναρκοθετώντας τις προοπτικές τους για το μέλλον. 

Είναι μάλιστα τόσο υψηλά τα ποσοστά των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν πολλαπλές δυσκολίες που φαίνεται πως πλέον και υγιείς μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας. Το παρατεταμένο διάστημα που διατηρείται το απαγορευτικό για τη λειτουργία μεγάλου μέρους της οικονομικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα που υπάρχει για τον χρόνο που τελικά θα απαιτηθεί για να επιστρέψουμε σε κάποιας μορφής κανονικότητα, φαίνεται πως επιβαρύνει εκθετικά την κατάσταση της πλειοψηφίας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. 

Δεν θα πρέπει, επίσης, να λησμονούμε ότι οι υφιστάμενες μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις έχουν περάσει μέσα από τη μέγγενη της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η εκδήλωση της πανδημίας αναδεικνύει πως τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις αυτές, τα οποία εντάθηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετή οικονομική κρίση, έχουν αποδυναμώσει τις δυνατότητες τους να αντεπεξέλθουν στις επιπτώσεις της νέας υφεσιακής περιόδου.  Τα ίδια κεφάλαια που διέθεταν, κυρίως για επενδύσεις μικρής κλίμακας, φαίνεται πως έχουν αναλωθεί για την απορρόφηση των επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης, παρά μάλιστα τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη στήριξη τους. 

Άλλωστε, ένα μεγάλο μέρος των μέτρων που έχουν ληφθεί για την στήριξη των επιχειρήσεων αφορούν άμεσες ή έμμεσες μορφές ενίσχυσης της ρευστότητας τους, που πάρα την πρόσκαιρη και σε αρκετές περιπτώσεις μη επαρκή ανακούφιση που προσφέρουν, αποτελούν υποχρεώσεις που συσσωρεύονται σε ένα μάλιστα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας για το μέλλον. 

Αυτό φαίνεται και από την σημαντική αύξηση που καταγράφεται στα ποσοστά των επιχειρήσεων που δηλώνουν πως δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις μελλοντικές τους υποχρεώσεις.  

Προκειμένου, λοιπόν, να αποφευχθούν τα χειρότερα και παράλληλα να επιβεβαιωθούν οι αισιόδοξες προβλέψεις, απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο υποστήριξης των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα εκείνων που πλήττονται δυσανάλογα από τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, για το διάστημα της σταδιακής επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας. Το σχέδιο δράσης για την επόμενη μέρα θα πρέπει να εξυπηρετεί 2 δέσμες μέτρων: 

1η δέσμη: Επαρκή ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων για να μπορέσουν να επανεκκινήσουν. Ένα μέρος της χρηματοδότησης αυτής θα πρέπει να αφορά την κάλυψη των οφειλών που δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της πανδημίας και να έχει τη μορφή της επιδότησης. 

2η δέσμη: Προγράμματα επιδότησης του μη μισθολογικού ή/και του μισθολογικού κόστους για την διατήρηση των θέσεων εργασίας.

Διαβάστε εδώ όλη την έρευνα

imegsevee_economic_finalpdf

 

Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: Στάσεις και αντιλήψεις για την πανδημία και τις επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία

Στο πλαίσιο της διερεύνησης των επιπτώσεων της πανδημίας στην οικονομία και την κοινωνία στην χώρας μας, το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ διεξήγαγε διαδικτυακή έρευνα γνώμης μέσω του κοινωνικού δικτύου Facebook, η διείσδυση του οποίου είναι ευρεία σε όλα τα ηλικιακά και κοινωνικά στρώματα. Η έρευνα που ήταν πολυθεματική έγινε σε  δείγμα 4.122 ατόμων το διάστημα μεταξύ 29 Δεκεμβρίου 2020 και 27 Ιανουαρίου 2021. Τα ευρήματα της θα δημοσιευτούν σε διακριτές ενότητες. Η παρούσα δημοσίευση αποτελεί την πρώτη ενότητα σε ερωτήσεις που έγιναν στο σύνολο του δείγματος. 

Σκοπός της έρευνας ήταν να αποτυπωθούν οι επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης στην οικονομία και την κοινωνία καθώς και οι απόψεις που έχουν διαμορφωθεί τόσο για βασικές πολιτικές επιλογές όσο και για τις μεταβολές που προκαλεί η πανδημία η οποία σε αρκετά ζητήματα φαίνεται πως λειτουργεί σαν ψηφιακός επιταχυντής. 

Ένα γενικό συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί είναι ότι η πανδημία τείνει να πλήττει περισσότερο τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα που έχουν χαμηλότερο εκπαιδευτικό και οικονομικό υπόβαθρο, κάτι που επηρεάζει τόσο τις απόψεις τους τόσο για το υγειονομικό σκέλος της κρίσης όσο και για το οικονομικό, αλλά και σε σχέση με τους μετασχηματισμούς που φαίνεται πως προκαλεί η πανδημική κρίση. 

Τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, όπως προκύπτει και από την έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών του 2020, βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση για μεγάλο χρονικό διάστημα δεδομένου ότι η ελληνική οικονομία πρόσφατα εξήλθε από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Με άλλα λόγια δεν πρόλαβαν να ωφεληθούν από την αναπτυξιακή δυναμική της προ covid-19 περιόδου της ελληνικής οικονομίας. Όπως μάλιστα φαίνεται από την έρευνα εισοδήματος η πανδημική κρίση διευρύνει τις ανισότητες. 

Κάτι τέτοιο φαίνεται και από τα ευρήματα της παρούσας έρευνας καθώς εκτός από τις ανισότητες που δημιουργεί η κάθε οικονομική κρίση ανεξάρτητα από το αίτιο που την προκαλεί, αυτές φαίνεται πως διευρύνονται και από την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού που αποτελεί μια ακόμα από τις παρενέργειες της υγειονομικής κρίσης στην οικονομία.

Τα κυριότερα ευρήματα της έρευνας είναι τα ακόλουθα: 

  • 6 στους 10 ερωτώμενους (62,5%) δήλωσαν πως η ανησυχία για την πανδημία είναι δικαιολογημένη/μάλλον δικαιολογημένη. Από την άλλη μεριά καταγράφηκε ένα υψηλό ποσοστό του δείγματος (36,9%) που δήλωσε πως η ανησυχία για την πανδημία είναι υπερβολική/μάλλον υπερβολική, με τους τελευταίους να συγκεντρώνονται κυρίως στις βαθμίδες χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου, χαμηλότερου εισοδήματος, κατοίκους χωριών, και στους ανέργους. 
  • Περίπου οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για την πρόθεση των ερωτώμενων να εμβολιαστούν καθώς περίπου οι ίδιοι που δήλωσαν ότι δεν ανησυχούν για την πανδημία δήλωσαν ότι δεν προτίθεται εμβολιαστούν. 
  • Συγκεκριμένα, σχεδόν 6 στους 10 ερωτώμενους (59,7%) δήλωσαν την πρόθεση τους να εμβολιαστούν, έναντι του 34,4% που δήλωσε πως δεν είναι διατεθειμένο να κάνει το εμβόλιο για τον Covid – 19, ενώ καταγράφεται και ένα σημαντικό ποσοστό (6%) που δεν έχει αποφασίσει ή δεν απάντησε στην ερώτηση.
  • Όσον αφορά την επάρκεια των μέτρων στήριξης της οικονομίας που έχει λάβει η κυβέρνηση το 76,1% θεωρεί πως τα μέτρα είναι ανεπαρκή ή μάλλον ανεπαρκή, με τους ανέργους να εμφανίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό αρνητικής αξιολόγησης. 
  • Αντίστοιχα αρνητική είναι η αξιολόγηση σχετικά με τον τρόπο που άνοιξε ο τουρισμός το προηγούμενο καλοκαίρι (76,5%)  αλλά και την μέθοδο του click away (71,1%).
  • Διάχυτη απαισιοδοξία καταγράφεται σχετικά με τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που προκλήθηκε από την πανδημία καθώς περίπου 8 στους 10 (79,9%) ερωτώμενους θεωρούν ότι η κρίση θα διαρκέσει για τουλάχιστον 2 χρόνια.
  • Όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν για την αντιμετώπιση των συνεπειών της υγειονομικής κρίσης στην οικονομία το 42,2% του δείγματος θεωρεί πως τα μέτρα θα πρέπει να στοχεύουν στην τόνωση της κατανάλωσης, το 27,5% σε  μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων, ενώ το 17,4% σε μέτρα αναπτυξιακής πολιτικής.
  • Η πανδημική κρίση φαίνεται πως επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας.  Από την έρευνα φαίνεται ότι επικρατεί αισιοδοξία αφού το 59,8% του δείγματος θεωρεί  ότι οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης θα είναι θετικές. Αυτοί που ανήκουν στις υψηλότερες εισοδηματικά κατηγορίες και έχουν υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο είναι περισσότερο αισιόδοξοι.  Αντίθετα, φαίνεται ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός ανησυχεί περισσότερο αυτούς που είναι λιγότερο προετοιμασμένοι να προσαρμοστούν σε αυτόν.
  • Ωστόσο, παρά την αισιοδοξία που επικρατεί για τον ψηφιακό μετασχηματισμό γενικά, σχεδόν  7 στους 10 (68%) ερωτώμενους πιστεύουν ότι θα μειώσει τις θέσεις εργασίας, με τους ανέργους, τους συνταξιούχους και αυτούς που με χαμηλότερο εκπαιδευτικό υπόβαθρο να είναι πιο απαισιόδοξοι. 
  • Η πανδημία φαίνεται πως αλλάζει τη συμπεριφορά των ατόμων στις οικονομικές τους συναλλαγές. Σχεδόν 4 στους 10 (36,6%) ερωτώμενους αύξησαν τις ηλεκτρονικές τους αγορές ενώ πάνω από 5 στους 10 (54,7%) αύξησαν τις ηλεκτρονικές τους πληρωμές. Και οι δύο συμπεριφορές φαίνεται να σχετίζονται θετικά με το εκπαιδευτικό επίπεδο και το εισόδημα. 
  • Η πανδημία φαίνεται επίσης να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε επικοινωνούμε και ψυχαγωγούμαστε.  Οι μισοί ερωτώμενοι (49,7%) αποκρίθηκαν ότι αύξησαν τη χρήση εφαρμογών τηλεδιασκέψεων με αυτούς που βρίσκονται στα υψηλότερα εκπαιδευτικά επίπεδα, τους φοιτητές, τους κατοίκους μεγάλων αστικών κέντρων και τους υψηλότερα αμειβόμενους να εμφανίζουν την τάση αυτή πιο έντονα. Αντίστοιχα σχεδόν οι μισοί (46,3%) έχουν αυξήσει τη χρήση εφαρμογών streaming, ειδικά οι νεότεροι σε ηλικία και οι υψηλότερα αμειβόμενοι. 

 

Διαβάστε αναλυτικά τα ευρήματα της έρευνας:

pandemic research ime

Έρευνα για τις απαραίτητες δεξιότητες για την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων στην κρίση

Το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕΕ) και το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΕΑ) εκπονούν από κοινού, μελέτη με σκοπό τη διερεύνηση αναγκών δεξιοτήτων των επιχειρηματιών σχετικά με την έγκαιρη διάγνωση του επιχειρηματικού κινδύνου. Η μελέτη διενεργείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράμματος ResC-EWE.

Ως εκ τoύτoυ, παρακαλούμε όπως απαντήσετε στο ερωτηματολόγιο που βρίσκεται στο παρακάτω Iink, τα στοιχεία του οποίου θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης.

Σας διαβεβαιώνουμε ότι θα τηρηθεί απόλυτη εχεμύθεια και εμπιστευτικότητα στα παρεχόμενα στοιχεία.

Συμμετέχετε στην έρευνα πατώντας εδώ 

Περιμένουμε την απάντησή σας το συντομότερο δυνατόν και σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων για τη συνεργασία. Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε επιπρόσθετη πληροφορία ή διευκρίνιση.

Με εκτίμηση

Γιώργος Καββαθάς                    Ιωάννης Χατζηθεοδοσίου
Πρόεδρος ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ           Πρόεδρος ΕΕΑ