Ακρίβεια: Ο φόβος για τις ανατιμήσεις αλλάζει τη συμπεριφορά των καταναλωτών – Πόσο θα διαρκέσει

Μέχρι τώρα ένα σημαντικό μέρος των αυξήσεων τιμών πρώτων υλών φαίνεται να έχουν απορροφηθεί από τους ενδιάμεσους κόμβους της αλυσίδας παραγωγής και διάθεσης

Μέχρι τον Μάρτιο του 2022 εκτιμάται ότι θα διαρκέσει η επίδραση των ανατιμήσεων σε πρώτες ύλες, μεταφορικό και ενεργειακό κόστος στις τελικές τιμές των προϊόντων διατροφής. Αυτό επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Κωνσταντίνος Μαχαίρας, πρόεδρος του ΙΕΛΚΑ (Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών).

Σύμφωνα με τον κ. Μαχαίρα, μέχρι τώρα ένα σημαντικό μέρος των αυξήσεων τιμών πρώτων υλών φαίνεται να έχουν απορροφηθεί από τους ενδιάμεσους κόμβους της αλυσίδας παραγωγής και διάθεσης, παραγωγούςμεταποιητέςπρομηθευτές και το λιανεμπόριο στην Ελλάδα. Ωστόσο, αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο για το μέλλον, εφόσον οι αυξητικές τάσεις συνεχιστούν, καθώς όλες οι επιχειρήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν αυξημένα κόστη.

Ο ίδιος εκτιμά ότι «σημαντικό εμπόδιο στη διαχείριση των τιμών σε χαμηλότερα επίπεδα αποτελούν οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ». Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με έρευνα του ΙΕΛΚΑ, η Ελλάδα έχει από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στα τρόφιμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συγκεκριμένη κατάταξη βρίσκεται στη 6η θέση με τον υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ. Η βασική διαφοροποίηση είναι ότι πολλές χώρες και ιδιαίτερα οι χώρες της δυτικής Ευρώπης έχουν έναν αρκετά χαμηλότερο συντελεστή ΦΠΑ για τα τρόφιμα πρώτης ανάγκης (π.χ. ψωμί, γαλακτοκομικά κλπ), ο οποίος κατά κανόνα κυμαίνεται στο ύψος του 4% έως 7%, όταν στην Ελλάδα τα αντίστοιχα αγαθά έχουν διπλάσιο ή τριπλάσιο συντελεστή ΦΠΑ 13%. Όμως και ο υψηλός συντελεστής ΦΠΑ, στον οποίο υπάγονται ακόμα και σήμερα αρκετά προϊόντα τροφίμων είναι σημαντικά υψηλότερος από τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα ο συντελεστής αυτός στην Ελλάδα είναι 24%, ο 6ος υψηλότερος ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν ο μέσος όρος των χωρών είναι 21%. Σύμφωνα με τον κ. Μαχαίρα, «προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις ανατιμήσεων στην Ελλάδα, η διαχείριση των συντελεστών ΦΠΑ αποτελεί μία ευκαιρία».

Τα αποτελέσματα μελέτης του ΙΕΛΚΑ δείχνουν ότι η πορεία των τιμών στην Ελλάδα είναι αυξητική τους τελευταίους μήνες, αλλά παράλληλα καλύτερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της Ελ.Στατ. (Ελληνική Στατιστική Αρχή) ο υπό-δείκτης τιμών καταναλωτή για την ομάδα των ειδών τροφίμων τον Ιούλιο του 2021 καταγράφεται αυξημένος σε σχέση με τον Ιανουάριο 2020 κατά 0,41 (πριν την έναρξη της πανδημίας COVID-19) και κατά 1,73 σε σχέση με τον Ιούλιο 2020. Όσον αφορά επιμέρους ομάδες τροφίμων, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στα νωπά φρούτα κατά 13,31% και στο αρνί και κατσίκι κατά 6,24%. Όσον αφορά τις τιμές των φρούτων, αυτές είναι αυξημένες λόγω των καιρικών συνθηκών του φετινού καλοκαιριού, ενώ οι τιμές του αρνιού παραμένουν αυξημένες. Οι ομάδες των νωπών λαχανικών έχουν μεν αρκετά χαμηλότερες τιμές σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2020 κατά 13,28%, αλλά συγκριτικά με τον Ιούλιο 2020 είναι και αυτές αυξημένες κατά 8,01%. Οι υπόλοιπες ομάδες καταγράφουν μικρότερες διακυμάνσεις με σαφή όμως την επίδραση των αυξήσεων των διεθνών τιμών πρώτων υλών.

Επίσης, ο δείκτης διεθνών τιμών πρώτων υλών (commodities) τροφίμων παραμένει σημαντικά αυξημένος σε σχέση με πριν την πανδημία COVID-19 κατά 24,34% σε σχέση με τον Ιανουάριο 2020. Όλοι οι επιμέρους δείκτες παρουσιάζουν αυξήσεις (δημητριακά, έλαια, κρέας, γαλακτοκομικά, ζάχαρη) με μεγαλύτερες αυξήσεις από αυτές να καταγράφονται στα φυτικά έλαια και στα δημητριακά. Οι αυξήσεις οφείλονται κυρίως στην αποδοτικότητα της παραγωγής στις μεγάλες παραγωγούς χώρες και στην αύξηση της ζήτησης από τις χώρες της Ασίας. Αρκετές από αυτές τις μεταβολές επηρεάζουν την παραγωγή τροφίμων στην Ελλάδα λόγω των εισαγόμενων πρώτων υλών, αλλά και τις εισαγωγές τελικών τροφίμων και ποτών από τις διεθνείς αγορές.

Προσαρμογές στην αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών

Με ποιο τρόπο όμως η πίεση των ανατιμήσεων στις τιμές προϊόντων επηρεάζει τις καταναλωτικές συμπεριφορές στην αγορά; Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γεώργιος Μπάλτας, Καθηγητής του Τμήματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών, οι καταναλωτές αντιδρούν στις ανατιμήσεις των προϊόντων και των υπηρεσιών με προσαρμογές στην αγοραστική συμπεριφορά, οι οποίες περιλαμβάνουν:

  • Τη μείωση της ζήτησης για τα ανατιμημένα προϊόντα και υπηρεσίες, στον βαθμό που επιτρέπει η φύση των αναγκών και η δομή των προτιμήσεων.
  • Την αναζήτηση οικονομικότερων αγοραστικών λύσεων στις ανατιμημένες προϊοντικές κατηγορίες και την υποκατάσταση ακριβότερων επιλογών από φθηνότερες.
  • Την προσπάθεια εξοικονόμησης χρήματος περιορίζοντας διάφορες μη ανελαστικές δαπάνες και αγορές μη βασικών αγαθών.
  • Την αναβολή ή ματαίωση αγοραστικών αποφάσεων υψηλού κόστους, ειδικά εάν αυτές δεν αφορούν την ικανοποίηση πολύ επιτακτικών αναγκών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον κ. Μπάλτα, παρατηρούνται καταναλωτικές προσαρμογές μικρότερης κλίμακας, όπως για παράδειγμα η δημιουργία αποθέματος σε προϊόντα που αναμένεται να ανατιμηθούν σημαντικά, μεταφέροντας αγορές του εγγύς μέλλοντος στο παρόν.

«Η πίεση στους προϋπολογισμούς των καταναλωτών θα ενταθεί εφόσον το κόστος της ενέργειας δε μειωθεί και παραμείνει πολύ υψηλό κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών, όπου στις συνήθεις ενεργειακές δαπάνες προστίθεται εκείνη της θέρμανσης» τονίζει ο κ. Μπάλτας και συμπληρώνει ότι εκτός από την πολύ ακριβή ενέργεια που έχει ανατιμητική επίδραση στην οικονομία, οι πληθωριστικές πιέσεις οφείλονται επίσης στην αναστάτωση των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων και μεταφέρονται στην ελληνική οικονομία μέσω των εισαγωγών ενδιάμεσων ή τελικών αγαθών.

«Βέβαια, αυτή είναι η ώρα για την έμπρακτη απόδειξη της κοινωνικής υπευθυνότητας από την πλευρά των επιχειρήσεων, οι οποίες καλούνται να συνδράμουν στο μέτρο που αναλογεί στην κάθε μία στη συγκράτηση του κόστους ζωής των καταναλωτών. Σημειώνεται ότι η τρέχουσα συγκυρία είναι δύσκολη για τους καταναλωτές που έχουν ήδη πιεστεί από την πολυετή οικονομική κρίση και τις συνέπειες της πανδημίας και αντιμετωπίζουν μία νέα απειλή στην αύξηση του κόστους ζωής. Καθώς οι πληθωριστικές τάσεις αποδίδονται κυρίως στις συνθήκες που επικρατούν στην πλευρά της προσφοράς της οικονομίας, επανέρχεται στο προσκήνιο, με ακόμα μία αφορμή, το διαχρονικό και σταθερά επίκαιρο αίτημα για δυναμική ανασυγκρότηση της ελληνικής παραγωγής» τονίζει ο κ. Μπάλτας.

Από την πλευρά του ο Δρ. Λευτέρης Κιοσές, γενικός διευθυντής ΙΕΛΚΑ μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ επισημαίνει ότι η πίεση των ανατιμήσεων στις τιμές προϊόντων φαίνεται ότι ήδη επηρεάζει τις καταναλωτικές συμπεριφορές στην αγορά και εξηγεί: «ενώ πέρυσι την ίδια εποχή κυριαρχούσαν τα κριτήρια της ποιότητας, της ασφάλειας και της ευκολίας στη διαδικασία επιλογής προϊόντων από τους καταναλωτές, σήμερα ήδη οι μετρήσεις δείχνουν ότι αυτή η τάση έχει αναστραφεί και οι καταναλωτές αναζητούν τα κριτήρια της τιμής, της αξίας και των προσφορών/εκπτώσεων». Πρόκειται για αγοραστικές συμπεριφορές που θυμίζουν μετρήσεις της προηγούμενης δεκαετίας, σύμφωνα με τον κ. Κιοσέ.

Παράλληλα, από την πλευρά των επιχειρήσεων έχει ήδη αναγνωριστεί αυτή η αλλαγή. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ, στελέχη του κλάδου του κλάδου λιανεμπορίου-FMCG θεωρούν ότι προτεραιότητες του καταναλωτή είναι κυρίως οι τιμές και η δαπάνη του, προσπερνώντας άλλα κριτήρια σε σημασία. «Με βάση τις ενδείξεις αυτές και τις προβλέψεις για τους μακροοικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές προκύπτει ότι τους επόμενους μήνες θα δούμε μία παγίωση αυτής της κατάστασης την οποία θα κληθούν να διαχειριστούν οι επιχειρήσεις του κλάδου» σημειώνει ο κ. Κιοσές.

 

 

Πηγή: ethnos.gr

Σ. Κοτσαμπάς – Επιστολή στα αρμόδια υπουργεία: “Χρειάζονται περαιτέρω παρεμβάσεις από την κυβέρνηση – Οι ανατιμήσεις απειλούν τη βιωσιμότητά μας”

Με επιστολή που αποστέλλει προς τους υπουργούς Οικονομικών, Ανάπτυξης & Επενδύσεων και Περιβάλλοντος και Ενέργειας ο Πρόεδρος της ΟΕΒΕΣΣ Σωτήρης Κοτσαμπάς συντάσσεται με την άποψη της ΓΣΕΒΕΕ και ζητά από την κυβέρνηση δραστικότερες και πιο γενναίες παρεμβάσεις, όσον αφορά στο ζήτημα της ρύθμισης των ραγδαίων ανατιμήσεων σε πρώτες ύλες και ενέργεια.

Τίθεται εδώ και καιρό κρισιμότατο θέμα βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, το οποίο σύμφωνα με την ΟΕΒΕΣΣ χρήζει σοβαρής και άνευ καθυστερήσεων αντιμετώπισης από την κυβέρνηση.

Διαβάστε αναλυτικά:

 

         Σέρρες  11/10/2021    

                 Αρ. Πρωτ: 2250

 

Προς: Υπουργό Οικονομικών,

κο Χρήστο Σταϊκούρα

Υπουργό Ανάπτυξης & Επενδύσεων,

κο Άδωνι Γεωργιάδη

Υπουργό Περιβάλλοντος & Ενέργειας,

κο Κώστα Σκρέκα

 

Κοιν.: Υπουργό Υποδομών & Μεταφορών,

κο Κώστα Καραμανλή

Βουλευτή Σερρών,

κα Φωτεινή Αραμπατζή

Βουλευτή Σερρών,

κο Τάσο Χατζηβασιλείου

Βουλευτή Σερρών,

κο Θεόφιλο Λεονταρίδη

Βουλευτή Σερρών,

κο Ελευθέριο Αβραμάκη

Βουλευτή Σερρών,

κο Κων/νο Μπούμπα

Πρόεδρο ΓΣΕΒΕΕ,

κο Γιώργο Καββαθά

Πρόεδρο ΕΒΕΣ,

κο Αθανάσιο Μαλλιαρά

 

 

ΘΕΜΑ: Αναγκαιότητα για δραστικότερες παρεμβάσεις από την κυβέρνηση, για την αντιμετώπιση των ανατιμήσεων των πρώτων υλών και αγαθών

 

Αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί,

Είναι γνωστό πως τους τελευταίους μήνες οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις της χώρας ενώ ακόμη «μετρούν» τις πληγές τους από την υγειονομική κρίση, πλέον έρχονται αντιμέτωπες ΚΑΙ με τις επιπτώσεις από την αύξηση των διεθνών τιμών στις πρώτες ύλες, στα μεταφορικά και στην ενέργεια.

Σύμφωνα με  την ΕΛΣΤΑΤ, η τιμή του φυσικού αερίου εκτινάχθηκε κατά 108,5% τον Σεπτέμβριο του 2021 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περυσινή, του πετρελαίου θέρμανσης κατά 28,9%, των καυσίμων και λιπαντικών κατά 18,1%, του ελαιόλαδου κατά 18,4%, των νωπών λαχανικών κατά 21,1%, ενώ η τιμή σε αρνί και κατσίκι αυξήθηκε κατά 17,5% σε σχέση με το Σεπτέμβριο του 2020, ενώ σε μηνιαία βάση, το φυσικό αέριο εμφανίζει πάλι τη μεγαλύτερη αύξηση (+12,8% Αύγουστο / Σεπτέμβριο) και ακολουθεί το ελαιόλαδο με αύξηση 11,8%.

Οι ανατιμήσεις κυρίως στην ενέργεια, με υπερδιπλασιασμό της τιμής του φυσικού αερίου που οδήγησαν σε αύξηση του πληθωρισμού στο 2,2% τον Σεπτέμβριο, σε ετήσια βάση, ενώ σε μηνιαία βάση κατά 2,4%, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), κάνουν πρόδηλη την αναγκαιότητα δραστικών παρεμβάσεων από την πλευρά της κυβέρνησης, ώστε να αναχαιτιστεί το κύμα της ακρίβειας που πλήττει επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Το κύμα των απότομων και αδικαιολόγητων ανατιμήσεων στις πρώτες ύλες όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων, από την μεταποίηση και τις τεχνικές εργασίες μέχρι την εστίαση και τις υπηρεσίες, επηρεάζει δραματικά τα κοστολόγια των επιχειρήσεων. Άπαντες οι επαγγελματίες και βιοτέχνες της χώρας βρίσκονται αντιμέτωποι με το δίλημμα, είτε να μετακυλήσουν μέρος των αυξήσεων στις τιμές των προϊόντων τους, είτε να απορροφήσουν την αύξηση, μειώνοντας το περιθώριο κέρδους τους. Ωστόσο, η τυχόν συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών των πρώτων υλών, η διατήρηση των ναύλων σε ιστορικά υψηλά επίπεδα αλλά και η αύξηση του κόστους ενέργειας επηρεάζουν αρνητικά τη λειτουργική κερδοφορία και βιωσιμότητα των επιχειρήσεών μας.

Η ΟΕΒΕΣΣ συντάσσεται με την άποψη της ΓΣΕΒΕΕ και θεωρεί πως η κυβέρνηση πρέπει πλέον να εξετάσει σοβαρά και χωρίς καθυστερήσεις  την μείωση των Ειδικών  Φορών Κατανάλωσης αλλά και του  ΦΠΑ σε ενέργεια και βασικά καταναλωτικά αγαθά, ώστε να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στο δύσκολο χειμώνα που έρχεται.

Ζητούμε ως Ομοσπονδία Επαγγελματικών Βιοτεχνικών και Εμπορικών Σωματείων Ν. Σερρών δραστικότερες παρεμβάσεις από την κυβέρνηση και επιθυμούμε να μας ενημερώσετε για τις ενέργειές σας ως προς την κατεύθυνση ελέγχου των τιμών και τιθάσευσης των ανατιμήσεων.

 

 

Με τιμή

 

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

 

              Ο Πρόεδρος                                                                                  Ο Γεν. Γραμματέας

 

          Κοτσαμπάς Σωτήριος                                                                 Βροντελής Δημήτριος

 

“Έσπασαν τα φρένα” στις ανατιμήσεις φυσικού αερίου, πετρελαίου, ρεύματος

Στα 111 ευρώ/MWh το φυσικό αέριο από 17 ευρώ/MWh πέρσι

Δεν έχουν τέλος οι αυξήσεις στο φυσικό αέριο, το πετρέλαιο και –τελικά- στο ρεύμα στην Ευρώπη με το ένα ρεκόρ να σπάει το άλλο σε καθημερινή βάση προβληματίζοντας όλο και πιο έντονα καταναλωτές, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις. Οι εξελίξεις αυτές απειλούν να τινάξουν μεταξύ άλλων στον αέρα και τα σχέδια της Ευρώπης και άλλων ηπείρων για πράσινη μετάβαση, καθώς οι πολύ υψηλές τιμές στα ορυκτά καύσιμα δημιουργούν νέα στροφή προς λιγνίτη για υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και βιομηχανίες και καύσιμα όπως το ξύλο για να ζεσταθούν νοικοκυριά.

Οι ιδιαίτερες συνθήκες μεγάλης ζήτησης που έχει δημιουργήσει η πανδημία έχουν εκτοξεύσει στα ύψη την ενέργεια με τιμές που θεωρούνται πρωτοφανείς όχι μόνο για τα Ευρωπαϊκά αλλά και για τα διεθνή δεδομένα. Είναι ενδεικτικό ότι η τιμή του φυσικού αερίου (Dutch TTF Gas Futures) έφτασε τα επίπεδα ρεκόρ των 111.4 ευρώ ανα μεγαβατώρα, από 17 ευρώ περίπου η μεγαβατώρα που ήταν ένα χρόνο πριν. Όλα αυτά ενώ τα αποθέματα φυσικού αερίου της Ευρώπης βρίσκονται στο χαμηλότερο εποχικό τους επίπεδο εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία, με τη Ρωσία που είναι ο κυριότερος προμηθευτής να παίζει σκληρό πόκερ χωρίς να ανοίγει πλήρως τις «κάνουλες». Οι ανησυχίες είναι τόσο μεγάλες που οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλουν τώρα να συζητήσουν άμεσα την δημιουργία στρατηγικού αποθέματος φυσικού αερίου στην ΕΕ όπως δήλωσε η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η φον ντερ Λάιεν παραδέχτηκε ανοικτά πως η άνοδος των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος για τους ευρωπαίους καταναλωτές είναι κυρίως αποτέλεσμα του πολύ πιο ακριβού αερίου.

Την ίδια στιγμή τι τιμές του αργού πετρελαίου αυξήθηκαν ξανά φτάνοντας αυτή τη φορά τα 82 δολάρια το βαρέλι που είναι υψηλά τριετίας. Οι τιμές του αμερικανικού αργού, West Texas Intermediate (WTI), έφτασαν τα 78 δολάρια το βαρέλι που είναι τα υψηλότερα επίπεδα από το 2014. Πρόκειται για εκρηκτικό κοκτέιλ την ώρα που ετοιμάζεται να ανοίξει σε λίγες ημέρες η αγορά του πετρελαίου θέρμανσης με τις τιμές να υπολογίζονται σε αυτή τη φάση έως και 40% υψηλότερες σε σύγκριση με πέρσι. Από τις 15 Οκτωβρίου, οπότε και επιτρέπεται η πώληση του πετρελαίου θέρμανσης με τον μειωμένο Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, η τιμή μπορεί να διαμορφωθεί ακόμη και σε περίπου 1,10 ευρώ το λίτρο από 0,798 που είχε ξεκινήσει πέρσι.

Παράλληλα οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος σε χώρες όπως η Ιταλία έχουν ξεπεράσει τα 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα και οι τιμές στη Γερμανία για παράδοση την επόμενη χρονιά έφτασαν τα 150 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EnergyLive, οι τιμές στην Ιταλία διαμορφώνονται σε 242 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ στην Ελλάδα φτάνουν τα 178 ευρώ ανα μεγαβατώρα, ποσό υψηλότερο ακόμη και από αυτό που είχε καταγραφεί στη χώρα μας από την έκρηξη της ζήτησης ρεύματος εν μέσω του καλοκαιρινού καύσωνα και των καταστροφικών πυρκαγιών.

Οι παγκόσμιες ελλείψεις φυσικού αερίου και άνθρακα ωθούν τις τιμές της ενέργειας υψηλότερα, διαταράσσοντας τις αγορές από τη Βρετανία έως την Κίνα καθώς οι οικονομίες βγαίνουν από την πανδημία. Το αυξανόμενο κόστος αρχίζει να επιβαρύνει τη βιομηχανική παραγωγή, αυξάνοντας τον κίνδυνο περαιτέρω αστάθειας καθώς οι επιχειρήσεις προσπαθούν να βρουν λύση και οι καταναλωτές αναζητούν εναλλακτικά καύσιμα, σχολίαζε το Bloomberg.

 

Πηγή: ot.gr

Γ.Γ. Εμπορίου στο Ε.Ε.Α. για τις ανατιμήσεις: Αν χρειαστεί, η κυβέρνηση θα παρέμβει εκ νέου»

Το κύμα ανατιμήσεων στην αγορά βρέθηκε στο επίκεντρο της τηλεδιάσκεψης, που είχαν τη Δευτέρα 27/9/2021, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών με τον Γενικό Γραμματέα Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή, κ. Σωτήρη Αναγνωστόπουλο, ο οποίος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω παρεμβάσεων από την κυβέρνηση, αν χρειαστεί.

Με τις αυξήσεις των τιμών να είναι ήδη ορατές, ο Πρόεδρος του Ε.Ε.Α. κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου υπογράμμισε την ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων στήριξης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, προτείνοντας συγκεκριμένα τη μείωση του ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης από το 13% στο 6%, αλλά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα και τον καφέ. 

Αναφερόμενος, δε, στο μέτρο της επιδότησης των λογαριασμών ρεύματος, επισήμανε ότι η παρέμβαση αυτή αφορά τους καταναλωτές χαμηλής τάσης, ενώ δεν υπάρχει αντίστοιχη μέριμνα για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν ρεύμα μεσαίας ή και υψηλής τάσης, ανάλογα με τις δραστηριότητες τους.

Ο Πρόεδρος του Ε.Ε.Α. ανέδειξε, παράλληλα, το μείζον ζήτημα της έλλειψης ρευστότητας και του αποκλεισμού του 85% των επιχειρήσεων από τον τραπεζικό δανεισμό, προτείνοντας την αύξηση των κρατικών εγγυήσεων για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των μικρομεσαίων στη χρηματοδότηση. Επανέλαβε, ακόμη, το αίτημα της επιμελητηριακής κοινότητας για διαγραφή μέρους των χρεών που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της πανδημίας και απειλούν σοβαρά τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, ενώ ανέδειξε και τα θέματα του παραεμπορίου και του λαθρεμπορίου.

Από την πλευρά του ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή εξήγησε ότι οι ανατιμήσεις οφείλονται, μεταξύ άλλων, στις επιβαρύνσεις που δημιουργεί η διαδικασία ενεργειακής μετάβασης, αλλά και στην ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης που ακολούθησε το άνοιγμα της οικονομίας μετά την πανδημία, εκτιμώντας ότι ο παράγοντας αυτός έχει παροδικό χαρακτήρα και αναμένεται αποκλιμάκωση μέχρι τα τέλη του έτους. 

Ανέφερε, πάντως, ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες παρακολουθούν διαρκώς την εξέλιξη των τιμών και πως αν χρειαστούν περαιτέρω παρεμβάσεις, εφόσον και τα οικονομικά του κράτους το επιτρέπουν, η κυβέρνηση δεν θα διστάσει να το πράξει. 

Επιπλέον, στη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης, ο Γενικός Γραμματέας του Ε.Ε.Α. κ. Δημήτρης Γαβαλάκης έθεσε το ζήτημα των πρακτικών αθέμιτου ανταγωνισμού, αναφερόμενος ειδικά στον κλάδο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ενώ εστίασε και στα κίνητρα για συνέργειες και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων, ο Υπεύθυνος ΓΕΜΗ και Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων κ. Γιώργος Ζηκόπουλος, εκπροσωπώντας τον κλάδο των Κέντρων Ξένων Γλωσσών, αναφέρθηκε στο θέμα των «μαύρων» ιδιαίτερων και πρότεινε λύσεις για την αντιμετώπισή του, ενώ το μέλος του Δ.Σ. του Ε.Ε.Α. κ. Γιάννης Λώλος, υπογράμμισε την ανάγκη κατάργησης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ.

Παρακολουθήστε εδώ την τηλεδιάσκεψη:

Πηγή: ΕΕΑ

Γεωργιάδης – Παροδικό το φαινόμενο των ανατιμήσεων – Πότε θα εξαλειφθεί

Τι είπε ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων για τις ξένες επενδύσεις

«Σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή συγκυρία για την ελληνική οικονομία που όπως ξέρετε οι προβλέψεις για την ανάπτυξη συνεχώς αναθεωρούνται προς τα πάνω και διαρκώς καλωσορίσουμε νέες ξένες επενδύσεις βρίσκομαι προσκεκλημένος στην Βρετανική πρωτεύουσα για να απευθυνθώ κατά την έναρξη του 5ου Ελληνοβρετανικού Συμποσίου στην Οξφόρδη», δήλωσε μεταξύ άλλων ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων Άδωνης Γεωργιάδης αργά χθες βράδυ στους Έλληνες ανταποκριτές στο Λονδίνο.

Όπως σημείωσε ο κ. Γεωργιάδης, πρόκειται για διοργάνωση «που ήδη έχει αποκτήσει κύρος, γίνεται σε συνεργασία με την βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα με σκοπό να ενημερώσουμε καλύτερα το βρετανικό κοινό αλλά και όλο το κοινό στο οποίο απευθύνεται το Ηνωμένο Βασίλειο για μια σειρά από θέματα όπως: το πώς πηγαίνει η Ελληνική οικονομία, ποιες είναι οι προοπτικές τα επόμενα χρόνια, ποιες είναι οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που έχει κάνει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για να βελτιώσει το επιχειρηματικό περιβάλλον, κ.λπ.».

Παράλληλα επισήμανε πως όλα αυτά συμβαίνουν «σε μια στιγμή ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καθώς η κρίση των αυξήσεων των πρώτων υλών, της ενέργειας, και των ναύλων έχουν δημιουργήσει διάφορες ανησυχίες για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας».

Ερωτηθείς το αν ανησυχεί για τις πρόσφατες ανατιμήσεις βασικών προϊόντων διεθνώς είπε πως πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο και δεν αφορά την πολιτική που ακολουθεί η Ελλάδα. «Η εμπορική πολιτική που ακολουθούμε εμένα προσωπικά με κάνει εξαιρετικά υπερήφανο γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα που μέσα στην πανδημία δεν αντιμετώπισε καμία έλλειψη αγαθών. Η δε εικόνα στα σούπερ μάρκετ ήταν υποδειγματική για όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν είχαμε φαινόμενα συνωστισμού», είπε ο κ. Γεωργιάδης. Εκτίμησε ότι το φαινόμενο των ανατιμήσεων είναι παροδικό και όπως επεσήμανε σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς θα έχει «εξαλειφθεί μέχρι το τέλος του χρόνου».

Ο κ. Γεωργιάδης ρωτήθηκε επίσης για τα δημοσιεύματα τα οποία του καταλογίζουν πως στην συνέντευξη του σε τηλεοπτικό κανάλι «προδίκασε ότι οι μικρές επιχειρήσεις με 2-3 εργαζόμενους είτε θα κλείσουν είτε θα συγχωνευτούν».

«Δεν προδίκασα τίποτα τέτοιο. Ρωτήθηκα για ποιο λόγο από τις συνολικά 830.000 ελληνικές επιχειρήσεις αυτές οι οποίες δύνανται να χρηματοδοτηθούν, να δανειοδοτηθούν από τις τράπεζες, είναι περίπου 40.000. Και εξήγησα ότι δεν είναι τωρινό φαινόμενο αλλά είναι φαινόμενο δεκαετιών, ότι είναι αδύνατον επιχειρήσεις πάρα πολύ μικρές να έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό», απάντησε ο κ. Γεωργιάδης.

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

12