ΤτΕ: Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να μείνουν ζωντανές – Οι τράπεζες να μη χρηματοδοτούν μόνο μεγάλες επιχειρήσεις

Στην επόμενη ημέρα της χώρας, την μεγάλη ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης, την κατάσταση και τις προοπτικές των εγχώριων τραπεζών, τις αυξήσεις κεφαλαίου, τις συγχωνεύσεις και την ανάγκη διοχέτευσης περισσότερων δανείων, ειδικά σε μικρές επιχειρήσεις, υπογραμμίζει ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα Business Daily.gr

«Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να μείνουν ζωντανές, δεν έχουμε δυνατότητα βιώσιμες επιχειρήσεις να κλείσουν. Άρα λοιπόν οι τράπεζες πρέπει να φτιάξουν κατάλληλα προγράμματα. Εμείς θέλουμε οι τράπεζες να είναι ισχυρές, να είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένες με κεφάλαια υψηλής ποιότητας για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο ρόλο τους και να δανείζουν όχι μόνο τις μεγάλες, αλλά και τις μικρομεσαίες υγιείς επιχειρήσεις ούτως ώστε αυτά τα χρήματα που θα έρθουν στην Ελλάδα να πέσουν σε όλη την οικονομία και όχι μόνο σε ένα μικρό μέρος αυτής. Δηλαδή να μη δημιουργούνται θύλακες υψηλής ανάπτυξης και θύλακες χαμηλής ανάπτυξης. Να μην δημιουργηθεί δηλαδή μία οικονομία δύο ταχυτήτων», αναφερει ο κ. Στουρνάρας.

Ο διοικητής της ΤτΕ αναφερει ότι «πολύ ορθά ορισμένες εξ αυτών (των τραπεζών) εγκαίρως το είδαν και προχωρούνε σε ενίσχυση της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Θα επιθυμούσα και οι υπόλοιπες να το δουν αυτό και επίσης και οι μικρότερες τράπεζες, αυτό που λέμε οι μη συστημικές τράπεζες».

Επισημαίνει επίσης ότι δεν είναι λογικό να υπάρξουν συγκλίσεις μεταξύ των μεγάλων τραπεζών. « Πρέπει να ενισχύσουμε τις μικρότερες τράπεζες, να φτιάξουμε τράπεζες οι οποίες θα προκαλέσουν τις μεγαλύτερες ανταγωνιστικά. Στις νέες τεχνολογίες για παράδειγμα, νέα προϊόντα. Εκεί νομίζω υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό.»

«Περάσαμε πολύ δύσκολα στις τράπεζες. Σήμερα όμως έχουμε βγει, έχουμε βγει όρθιοι από τη διαδικασία αυτή, οι τράπεζες είναι πολύ ισχυρότερες» αναφερει ο διοικητής της ΤτΕ.

Για τα κόκκινα δάνεια τονίζει: «Έχουμε κάνει έχουμε κάνει πολύ σημαντικά βήματα αλλά δεν το έχουμε λύσει ακόμα. Τα κόκκινα δάνεια ακόμα είναι 30% του συνόλου ή 47 δισεκατομμύρια. Είναι πάρα πολύ υψηλά ακόμα είναι 12 φορές υψηλότερα από ότι είναι στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Η πανδημία επίσης θα αφήσει κόκκινα δάνεια. Εμείς έχουμε πει ότι θα είναι 8 με 10 δισεκατομμύρια. Μακάρι να είναι λιγότερο. Θα πρέπει να δούμε πόσα κόκκινα δάνεια θα υπάρξουν μετά την πανδημία να μη βλέπουμε το σήμερα που ακόμα και σήμερα το δημόσιο στηρίζει. Πρέπει να δούμε όταν θα αρθεί η κρατική βοήθεια πόσο θα είναι τα κόκκινα δάνεια».

Για το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα επιχειρήσεων και πολιτών είναι αποκλεισμένοι από το τραπεζικό σύστημα: «Η κυβέρνηση ψήφισε και πέρασε τον καινούργιο πτωχευτικό κώδικα τον πτωχευτικό νόμο ή τον νόμο της δεύτερης ευκαιρίας, όπως λέγεται, ο οποίος πραγματικά παρέχει δυνατότητες. Ας μελετηθεί από όλους τους ενδιαφερόμενους και επιτέλους ας γίνει αυτό μία ευκαιρία όλοι αυτοί οι άνθρωποι να ξαναμπούν στην παραγωγική διαδικασία». Υπάρχει δεύτερη ευκαιρία τώρα.»

Αναφορικά με την πρόταση της ΤτΕ για την δημιουργία asset management company και τη συνεργασία με την κυβέρνηση αναφερει «Όχι, δεν έχουμε ποτέ καθίσει όλοι μαζί σε ένα τραπέζι. Η κυβέρνηση βεβαίως πήρε συμβούλους και αξιολόγησε την πρότασή μας. Απλώς είδα τη δήλωση κάποιου στελέχους της κυβέρνησης ότι θεωρείται ακριβή λύση. Δεν συμφωνούμε σ’ αυτό, οι δικές μας οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι για τον Έλληνα φορολογούμενο αυτή είναι η αποτελεσματικότερη λύση.» «Προτείναμε μία λύση που όλοι ανεξαιρέτως οι διεθνείς οργανισμοί θεωρούν ότι είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο για να εκκαθαρίσει τα κόκκινα δάνεια και κυρίως μαζί να λύσει και το άλλο πρόβλημα που είναι ένα δίδυμο πρόβλημα στην Ελλάδα που δεν το έχουν οι άλλες χώρες στο βαθμό που το έχουμε εμείς, αυτό που είπατε πριν την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση. Κάναμε την πρόταση διότι αυτή θεωρούσαμε ότι είναι η καλύτερη δυνατή. Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι εδώ να βοηθήσει, η λύση αυτή υπάρχει. Εάν χρειαστεί εδώ είμαστε να βοηθήσουμε να εφαρμοστεί».

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΤτΕ: Αναθεωρεί επί τα χείρω την πρόβλεψη για την οικονομία φέτος -αναμένει ύφεση 7,5%

Σε υποβάθμιση της πρόβλεψής της για το μέγεθος της ύφεσης φέτος προχώρησε η Τράπεζα της Ελλάδος, αναμένοντας συρρίκνωση 7,5% της οικονομίας.

Μιλώντας στην εκδήλωση του «Κύκλου Ιδεών» με θέμα «Η Ελλάδα μετά την πανδημία», ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας ανέφερε συγκεκριμένα πως στο «βασικό της σενάριο, η ΤτΕ αναμένει για το 2020 συρρίκνωση 7,5% της ελληνικής οικονομίας, έναντι συρρίκνωσης 5,8% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη της. Το δυσμενές σενάριο παραμένει στο 9,4%, πάντα εξαρτώμενο από ενδεχόμενη επιδείνωση της πανδημίας».

Για το 2021, ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι αναμένεται σημαντική ανάκαμψη της τάξης του 5,6% στο βασικό σενάριο. Βασικός παράγων που θα καθορίσει τις εξελίξεις είναι η παρατηρούμενη αύξηση της αποταμίευσης και πότε αυτή θα μετατραπεί σε καταναλωτική ή επενδυτική δαπάνη.

Παράλληλα, η ΤτΕ αναμένει πρωτογενές έλλειμμα περίπου 6% για το 2020 (εξαιρουμένων των εσόδων στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος) λόγω των μέτρων που ελήφθησαν για την πανδημία και λόγω της πτώσης των φορολογικών εσόδων από την σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ.

Το δημόσιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 200% του ΑΕΠ ως συνέπεια των παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η βιωσιμότητα του χρέους μεσοπρόθεσμα (τοκοχρεολύσια κάτω του 15% του ΑΕΠ) συνεχίζει να ισχύει κάτω από εύλογες υποθέσεις εξέλιξης του ονομαστικού ΑΕΠ.

«Ο κορονοϊός αφήνει βαρύ αποτύπωμα και επιπτώσεις στην παγκόσμια, στην ευρωπαϊκή, άρα και στην ελληνική, οικονομία και κοινωνία: Σοβαρή ασθένεια με τις κοινωνικές παρενέργειές της, πρωτοφανής ύφεση, ανεργία, χρεοκοπίες επιχειρήσεων, αύξηση μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), αύξηση δημοσίων ελλειμμάτων και χρέους, αποπληθωρισμός (δηλαδή πολύ μικρός ή και αρνητικός πληθωρισμός, όπως έχουμε στην Ελλάδα σήμερα), δημιουργώντας προϋποθέσεις μακροχρόνιας στασιμότητας (secular stagnation) σε αρκετές οικονομίες, παρόμοιας με αυτή που μαστίζει την Ιαπωνία πολλά χρόνια τώρα», ανέφερε ο κ. Στουρνάρας για τις επιπτώσεις της πανδημίας.

Ο διοικητής της ΤτΕ αναφέρθηκε και στις τράπεζες, εντοπίζοντας ως μεγαλύτερο πρόβλημα τον όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων που διαμορφώνονται στα 60 δισ. ευρώ με βάση τα στοιχεία του α’ εξαμήνου αλλά και τον κίνδυνο περαιτέρω αύξησής τους μετά το τέλος των moratoria.

«Οι συνθήκες ρευστότητας παραμένουν πολύ θετικές, με σημαντική αύξηση των καταθέσεων. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως (α) στον όγκο των ΜΕΔ: 60 δισεκ. ευρώ με στοιχεία α’ εξαμήνου 2020, (β) στην ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών λόγω του αυξανόμενου ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC) στα συνολικά εποπτικά κεφάλαιά τους, (γ) στον κίνδυνο ξαφνικής αύξησης των ΜΕΔ (cliff effect) μετά το τέλος των moratoria, ο οποίος μπορεί να αποφευχθεί εφόσον οι τράπεζες αναλάβουν εγκαίρως τις απαραίτητες προβλέψεις. Η εφαρμογή του σχεδίου Ηρακλής έχει πολύ θετικά αποτελέσματα αλλά: (α) δεν επαρκεί από μόνο του λόγω του όγκου των ΜΕΔ και (β) δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης», είπε.

 

Πηγή: ΕΕΑ