Την Ετήσια Έκθεση για την ελληνική οικονομία παρουσίασε χθες το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ.

Η Έκθεση για το 2024, η 6η στη σειρά, συνεχίζει τη συστηματική αποτύπωση και ανάλυση των βασικών εξελίξεων που επηρεάζουν το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται οι πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η φετινή #έκθεση, πέρα από την παρακολούθηση του γενικού οικονομικού πλαισίου, εστιάζει ειδικά στο ζήτημα της πράσινης μετάβασης. Την εκδήλωση άνοιξε με χαιρετισμό ο Πρόεδρος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γιώργος Καββαθάς.
Εκ μέρους του Ινστιτούτου, οι κκ. Δημήτρης Γιακούλας, Λεωνίδας Βατικιώτης, Γιώργος Θανόπουλος και η κα Ελένη Γκρίνγουδ, παρουσίασαν τα βασικά ευρήματα της Έκθεσης, ενώ την παρουσίαση συμπλήρωσε η κα Ευθυμία Κυριακοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα αποτελέσματα σχολιάστηκαν από τον Δήμαρχο Αθηναίων, κ. Χάρη Δούκα και τον Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Θεόδωρο Πελαγίδη. Τις παρεμβάσεις άνοιξε ο Υπουργός Ανάπτυξης κ. Τάκης Θεοδωρικάκος – Takis Theodorikakos, ενώ ακολούθησαν τοποθετήσεις από τον Τομεάρχη Περιβάλλοντος του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, κ. Μανώλης Χριστοδουλάκης, τον Πρόεδρο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., κ. Φάμελλος Σωκράτης, τον Βουλευτή του ΚΚΕ, κ. Χρήστο Τσοκάνη, την εκπρόσωπο της Ελληνική Λύση, κα Αγγελική Τσουκαλά, τον Πρόεδρο της Νέα Αριστερά , κ. Alexis Charitsis – Αλέξης Χαρίτσης και την Πρόεδρο της Πλεύση Ελευθερίας, κα Ζωή Κωνσταντοπούλου – Zoe Konstantopoulou. #ιμε_γσεβεε
.
Διαβάστε την Ετήσια Έκθεση στο https://tinyurl.com/rem39pfc
.
Δείτε το βίντεο της παρουσίασης στο https://www.youtube.com/user/gsevee
.
Η Ετήσια Έκθεση του Ινστιτούτου υλοποιήθηκε στο πλαίσιο της Πράξης “Ανάπτυξη μηχανισμών και εφαρμογή δράσεων στήριξης της προσαρμοστικότητας και της ανθεκτικότητας των ΜΜΕ και του ανθρώπινου δυναμικού τους” που χρηματοδοτείται από το ΕΣΠΑ – Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητα 2021-2027    

Ετήσια Έκθεση ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: «Κρίσεις, ελληνική οικονομία και μικρές επιχειρήσεις»

Με  επιτυχία  παρουσιάστηκε,  τη Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2022, σε  εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο αμφιθέατρο της ΓΣΕΒΕΕ, η Ετήσια Έκθεση 2022 του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ «Κρίσεις, ελληνική οικονομία και μικρές επιχειρήσεις».

Η εκδήλωση, η οποία διοργανώθηκε σε υβριδική μορφή συνδυάζοντας την δια ζώσης αλλά και την διαδικτυακή παρακολούθηση, συγκέντρωσε το ενδιαφέρον περισσότερων από 350 συμμετεχόντων συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων της κυβέρνησης, των κομμάτων, της αντιπολίτευσης, της Τράπεζας  της  Ελλάδος καθώς και  εκπροσώπων  των  κοινωνικών  εταίρων, της επιστημονικής και της επιχειρηματικής κοινότητας.

 Τοποθετήσεις-παρεμβάσεις, κατά την διάρκεια της εκδήλωσης, έκαναν ο πρόεδρος του ΙΜΕ και της ΓΣΕΒΕΕ κ. Γιώργος Καββαθάς, ο Υπουργός Οικονομικών κ. Χρήστος Σταϊκούρας, ο πρώην υπουργός Ανάπτυξης και τομεάρχης Ανάπτυξης του Σύριζα- Προοδευτική Συμμαχία κ. Αλέξης Χαρίτσης, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ Κινήματος Αλλαγής  κ. Μιχάλης Κατρίνης, ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Λύσης κ. Νικόλαος Δευτεραίος, ο συντονιστής τομέα μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας του ΜέΡΑ25 κ. Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, ο Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος  (ΤτΕ) κ. Θόδωρος Πελαγίδης και ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.

Την Ετήσια Έκθεση 2022 ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ «Κρίσεις, ελληνική οικονομία και μικρές επιχειρήσεις» παρουσίασε εκ των συγγραφέων της Έκθεσης το επιστημονικό στέλεχος του ΙΜΕ – ΓΣΕΒΕΕ κ. Δημήτρης Γιακούλας.

 Όπως δήλωσε ο πρόεδρος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ κ. Γιώργος Καββαθάς  « έχουμε διανύσει πάνω από 3 χρόνια από τη δημοσίευση της πρώτης Έκθεσης του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ το 2019, μιας έκθεσης που πλέον είναι θεσμός για την επιστημονική σκέψη, τις πολιτικές και τον δημόσιο διάλογο γύρω από τα θέματα ενδιαφέροντος των μικρών επιχειρήσεων. Δίχως αμφιβολία αυτή η περίοδος ήταν γεμάτη από πρωτόγνωρα γεγονότα και εξελίξεις, καθώς συνέπεσε χρονικά με το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19 αλλά και με την ενεργειακή κρίση και την κρίση ακρίβειας. Οι επιπτώσεις αυτών των διαδοχικών ως προς την έναρξη, και ταυτόχρονων ως προς τις επιπτώσεις, κρίσεων στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο έχουν αφήσει διακριτό αποτύπωμα σε εισόδημα, απασχόληση και οικονομία. Επιπτώσεις που έρχονται να προστεθούν σε δομικές δυσκολίες των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Παράλληλα με τις έκτακτες κρίσεις, δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε την κλιματική αλλαγή και τις ορατές, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, επιπτώσεις της και στην Ελλάδα, τη ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη και το συνακόλουθο ψηφιακό μετασχηματισμό που φέρνει η 4η Βιομηχανική Επανάσταση, όπως και τις αλλαγές σε εργασία και επιχειρηματικότητα τις οποίες επιτάχυνε μεταξύ άλλων και υγειονομική κρίση. Το μείγμα πολιτικών που ακολουθήθηκε, καθώς και ο σχεδιασμός αξιοποίησης των διαθέσιμων, τακτικών και έκτακτων, χρηματοδοτικών εργαλείων προφανώς λειτούργησε και λειτουργεί ως φίλτρο των όποιων επιπτώσεων στις μικρές επιχειρήσεις. Επιχειρήσεις που την τελευταία περίοδο αντιμετωπίζουν διπλή πρόκληση προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται αφενός από την εκτίναξη του λειτουργικού τους κόστους σε ενέργεια, καύσιμα, πρώτες ύλες, και αφετέρου από την κατακρήμνιση των οικογενειακών εισοδημάτων που προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στην αγορά. 

Εντός αυτής της εκρηκτικής πραγματικότητας για τις μικρές επιχειρήσεις δοκιμάστηκε και δοκιμάζεται έντονα ο βαθμός ανθεκτικότητάς τους στην κάθε δράση του οικονομικού κύκλου. Ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις των κρίσεων, αλλά όχι σπάνια και απέναντι στο πολιτικό αντίδοτο που κάθε φορά επιλέγεται. Με αυτά τα δεδομένα, η τέταρτη έκθεση του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ έχει εκ των πραγμάτων μια ιδιαίτερη εστίαση στη συστηματική καταγραφή και αποτύπωση αυτών τω επιπτώσεων. Υπό το πρίσμα αυτό, επιχειρεί να αναδείξει τις σημαντικότερες τάσεις σε επίπεδο οικονομικού περιβάλλοντος, τις επιπτώσεις των κρίσεων στην οικονομία και στις μικρές επιχειρήσεις, καθώς και τις επιλογές αντιμετώπισής τους. Πιστό στο διαχρονικό του ρόλο ως προς την τεκμηριωμένη μελέτη των οικονομικών, παραγωγικών και τεχνολογικών τάσεων, καθώς και τη συστηματική διερεύνηση των εξειδικευμένων αναγκών των μικρών επιχειρήσεων, το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ επιμένει στην ποιοτική επιστημονική έρευνα και στις τεκμηριωμένες προτάσεις του, επιδιώκοντας σταθερά να συμβάλλει στη βελτίωση των διαστάσεων του μεταβαλλόμενου επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στην αναβάθμιση του δημόσιου διαλόγου».

Η Έκθεση διαρθρώνεται σε τρία μέρη:

Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια κατά το δυνατό αναλυτική και συστηματική αποτύπωση του ευρύτερου μακρο-οικονομικού περιβάλλοντος με την καταγραφή της πορείας σημαντικών οικονομικών μεγεθών.

Στο δεύτερο μέρος περιγράφεται αρχικά το μικροοικονομικό περιβάλλον έχοντας ως πεδίο εστίασης τις επιπτώσεις των πολλαπλών κρίσεων οι οποίες αποτυπώνονται από τα ευρήματα των τακτικών Ερευνών Κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ.

Στο τρίτο μέρος μέσα από μία σειρά αυτόνομων κειμένων συνεργατών του Ινστιτούτου, διερευνώνται πτυχές των πολλαπλών κρίσεων στη διεθνή και ελληνική οικονομία.

Η εκδήλωση υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου «Παρεμβάσεις της ΓΣΕΒΕΕ για τη συστηματική παρακολούθηση και πρόγνωση αλλαγών του παραγωγικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων» με κωδικό ΟΠΣ 5003864. Το έργο συγχρηματοδοτείται από την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα & Καινοτομία 2014-2020».

Βασικά σημεία της ετήσιας ‘ Έκθεσης ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ 2022 «Κρίσεις, ελληνική οικονομία και μικρές επιχειρήσεις».

  • Για την ελληνική οικονομία το έτος 2021 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα έτος ανάκαμψης από την πανδημία, με το ΑΕΠ να μεγεθύνεται κατά 7,50% σε σταθερές τιμές, επιστρέφοντας κοντά στο επίπεδο του 2019, που ήταν η χρονιά πριν την πανδημία και μία από τις καλύτερες χρονιές για την ελληνική οικονομία, μετά την κρίση χρέους. Ωστόσο, ο ρυθμός ανάκαμψης της Ελλάδας σε σχέση με το επίπεδο του 2019 ήταν από τους χαμηλότερους στην ΕΕ. 
  • Οι καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών το 2021 αυξήθηκαν κατά 4,68%, χωρίς ωστόσο να φτάσουν το επίπεδο του 2019, ενώ κατά το 1ο εξάμηνο του 2022 ξεπέρασαν τις αντίστοιχες δαπάνες του 2019, αγγίζοντας τα επίπεδα του 2011. 
  • Η δημόσια κατανάλωση το 2021 αυξήθηκε κατά 2,11% η οποία είναι μία από τις χαμηλότερες αυξήσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Σε ελαφρώς αυξημένα επίπεδα βρίσκεται και για το 1ο εξάμηνο του 2022. 
  • Οι επενδύσεις το 2021 παρουσιάζουν σημαντική αύξηση φτάνοντας τα 23.731 εκ. €, που αποτελεί την καλύτερη επίδοση μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Η καθαρή αποεπένδυση που συντελείται στην ελληνική οικονομία εδώ και 12 χρόνια ήταν για πρώτη φορά αισθητά μειωμένη. 
  • Το 2021 παρατηρήθηκε μία πρωτόγνωρη αύξηση των εισροών Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, οι οποίες ανήλθαν στα 5.350 εκ. €. Ωστόσο, εάν δούμε τη συνολική εικόνα των αποθεμάτων Άμεσων Ξένων Επενδύσεων, θα διαπιστώσουμε ότι αυτές γνώρισαν σημαντική μείωση το 2020 κατά 21% περίπου και η αύξηση των εισροών το 2021 δεν ήταν ικανή να επαναφέρει τα αποθέματα στο επίπεδο πριν την πανδημία. 
  • Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκε στα -11.560 εκ. € σε σταθερές τιμές, αλλά εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό, ενώ αναμένεται το 2022 να εκτιναχθεί λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων. 
  • Θετική εξέλιξη αποτελεί η συνέχιση της αποκλιμάκωσης της ανεργίας το 2021 και το 2022. Ωστόσο το ποσοστό ανεργίας της Ελλάδας εξακολουθεί να είναι υψηλό. Παράλληλα με τη μείωση της ανεργίας αυξάνονται και οι κενές θέσεις εργασίας στην Ελλάδα, οι οποίες όμως είναι αναλογικά πολύ λιγότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. 
  • Η ανάκαμψη των καταθέσεων, η οποία είχε ξεκινήσει από τα τέλη του 2018 συνεχίζεται, αλλά με χαμηλότερους ρυθμούς, φτάνοντας στα 217.747 εκ. € τον Δεκέμβριο του 2021  και στα 226.061 εκ. € τον Σεπτέμβριο του 2022 οι οποίες, ωστόσο, δεν έχουν φτάσει ακόμα τα επίπεδα πριν την κρίση χρέους. 
  • Όσον αφορά στα επιτόκια, έφτασαν τον Σεπτέμβριο του 2022 στο 4,60% από 4,00% που ήταν τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, το επιτόκιο καταθέσεων μέχρι στιγμή παραμένει πρακτικά σε μηδενικό επίπεδο, ενώ, αν λάβουμε υπόψη το ύψος του πληθωρισμού, είναι σημαντικά αρνητικό. 
  • Επιπλέον, τα επιτόκια δανεισμού είναι σημαντικά υψηλότερα για τους αυτοαπασχολούμενους, τους αγρότες και τις ατομικές επιχειρήσεις σε σχέση με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, με τις πρώτες να δανείζονται με έως και  2,5% υψηλότερο επιτόκιο από τις δεύτερες.
  • Η αύξηση της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας συνεχίζεται φτάνοντας σε καθαρές ροές τα 5.677 εκ. € το 2021 και στα 9.864 εκ. € την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2022. Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν αφορά τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις τα οποία εξακολουθούν να είναι αποκλεισμένα και να δέχονται σταθερά μειούμενη ροή χρηματοδότησης.
  • Στην Ελλάδα, μετά από μία σύντομη περίοδο αποπληθωρισμού κατά τη διάρκεια της πανδημίας, εμφανίστηκε πληθωρισμός στα μέσα του 2021 με σχετική καθυστέρηση σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης και κλιμακώθηκε ραγδαία το 2022 ξεπερνώντας το 12% τον Ιούνιο. Τέτοια επίπεδα πληθωρισμού είχαμε να δούμε στη χώρα μας από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. 
  • Οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών σημειώθηκαν στην ενέργεια, με το φυσικό αέριο να αυξάνεται μεσοσταθμικά το 2022 κατά 282,51% σε σχέση με το 2020, ενώ το πετρέλαιο και το ηλεκτρικό ρεύμα αυξήθηκαν κατά 79,56% και 59,87% αντίστοιχα. 
  • Οι πληθωριστικές τάσεις παρέσυραν και το κόστος μεταφορών ,το οποίο αυξήθηκε κατά 20,34%, καθώς και το κόστος διατροφής, το οποίο έχει πολύ μεγάλο βάρος στο καλάθι του καταναλωτή, κατά 12,04%.
  • Μετά τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, τον οποίον προκάλεσαν τα μέτρα στήριξης της οικονομίας το 2020, το έλλειμμα το 2021 περιορίστηκε κατά -17,60%, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται στο ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο των -13.538 εκ. €. Η κατάσταση βελτιώνεται σημαντικά το 2022, όπου το 2ο τρίμηνο περάσαμε για πρώτη φορά σε πλεόνασμα μετά το 2019. 
  • Το ενοποιημένο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης συνεχίζει να αυξάνεται φτάνοντας τα 359.110 εκ. € το 2ο τρίμηνο του 2022, όμως ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε στο 182,1%, κυρίως λόγω της αύξησης του ΑΕΠ, μετά το ιστορικό μέγιστο του 209,3% κατά το 1ο τρίμηνο του 2021. Με βάση την αναλογία χρέους/ ΑΕΠ η Ελλάδα είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα στην ΕΕ και η 4η πιο υπερχρεωμένη χώρα στον κόσμο. Η συγκυρία δημιουργεί σημαντικές επισφάλειες για την εξέλιξη του χρέους για τα επόμενα χρόνια σε περίπτωση μίας γενικευμένης ύφεσης λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς και λόγω της αύξησης των επιτοκίων, η οποία φαίνεται πως θα συνεχιστεί. 

Η εικόνα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων

  • Οι ανατιμήσεις, ιδίως στις τιμές ενέργειας, προκάλεσαν στις επιχειρήσεις τρεις σοβαρές και αλληλένδετες επιπτώσεις.
  • Η πρώτη επίπτωση ήταν η σημαντική αύξηση του κόστους λειτουργίας τους. Ειδικότερα, το πρώτο εξάμηνο του 2022 το κόστος ενέργειας αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 76%, το κόστος προμήθειας πρώτων υλών και εμπορευμάτων κατά 43,5%, το κόστος καυσίμων οχημάτων κατά 57,8% και το κόστος προμήθειας εξοπλισμού και μηχανημάτων κατά 26,2%.
  • Η δεύτερη επίπτωση ήταν ο ιστορικά υψηλός αριθμός των επιχειρήσεων που αύξησαν τις τιμές πώλησης των αγαθών/υπηρεσιών. Με βάση τις έρευνες οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, οι επιχειρήσεις που δήλωσαν ότι αύξησαν τις τιμές τους διαρκώς αυξάνονται, καθώς από 6,6% που ήταν το 2ο εξάμηνο του 2020, ανήλθαν στο 23,6% το 1ο εξάμηνο του 2021, στο 34,8% το 2ο εξάμηνο του 2021 και στο 59,2% το 1ο εξάμηνο του 2022.
  • Η τρίτη επίπτωση, που σχετίζεται τόσο με την αύξηση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, όσο και με τις επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης, αφορά στα σοβαρά προβλήματα ρευστότητας που παρουσιάζουν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Το πρόβλημα ρευστότητας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων αποτυπώνεται από την αύξηση των ήδη υψηλών ποσοστών των επιχειρήσεων με μηδενικά ή αρκετά χαμηλά ταμειακά διαθέσιμα.  Η κατάσταση φαίνεται να έχει επιδεινωθεί σημαντικά από την έναρξη της πανδημίας, καθώς οι επιχειρήσεις οι οποίες τον Ιούλιο του 2022 δήλωσαν ότι είχαν μηδενικά ρευστά διαθέσιμα αντιστοιχούσαν στο 27,8% του συνόλου των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Ειδικά για τις πολύ μικρές, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων, τα σοβαρά προβλήματα ρευστότητας είναι εντονότερα, καθώς και η δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να ξεφύγουν από τον φαύλο κύκλο της υπερχρέωσης.
  • Από την άλλη, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων ενισχύθηκε περαιτέρω, τόσο το δεύτερο εξάμηνο του 2021 όσο και το πρώτο εξάμηνο του 2022. Συγκεκριμένα, ανήλθε στις 52,4 και 54,3 μονάδες αντίστοιχα, καταγράφοντας το πρώτο εξάμηνο του 2022 την υψηλότερη επίδοση από την εκδήλωση της υγειονομικής κρίσης, χωρίς ωστόσο να προσεγγίζει το προ πανδημίας επίπεδο. 
  • Αυξητικά κινήθηκε και η απασχόληση, ενώ ενισχυμένο ήταν και το ποσοστό των επιχειρήσεων που πραγματοποίησε επενδύσεις. Το πλήρες άνοιγμα της οικονομίας, η πολύ καλή τουριστική περίοδος, η μείωση φορολογικών και λοιπών επιβαρύνσεων και τα μέτρα αντιμετώπισης των υψηλών τιμών ενέργειας,  θεωρούνται οι βασικοί παράγοντες των θετικών αυτών εξελίξεων.
  • Ωστόσο, σε σχέση με τις επενδύσεις, από τα στοιχεία φαίνεται πως αποτελούσαν κυρίως επενδύσεις προσαρμογής ή συντήρησης και λιγότερο επέκτασης ή ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, το μεγάλο μέρος των επενδύσεων ήταν μικρής κλίμακας, δεδομένου ότι το ύψος της επένδυσης για περισσότερες από 1 στις 2 επιχειρήσεις ήταν έως 5.000€, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων (περισσότερες από 8 στις 10) χρηματοδότησε την επένδυση που πραγματοποίησε με ίδια κεφάλαια. 
  • Τέλος, όσον αφορά στον ψηφιακό μετασχηματισμό των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, παρατηρείται υστέρηση στην ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών. Είναι χαρακτηριστικό πως από τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που έχουν ενσωματώσει νέες τεχνολογίες στη δραστηριότητα τους μόνο το 17,4% τις υιοθέτησε κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

 

Διαβάστε τη έκθεση εδώ:

ΕΤΗΣΙΑ ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ 2022

 

Γ. Χατζηθεοδοσίου στο «ΠΑΡΟΝ»: «Στο χείλος της καταστροφής οι μικρομεσαίοι»

Άρθρο του Προέδρου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Γιάννη Χατζηθεοδοσίου στην εφημερίδα «TO ΠΑΡΟΝ» (19/06/2021):

Μπορεί να βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας, μετά τη λαίλαπα της υγειονομικής κρίσης, όμως είναι ήδη ξεκάθαρο ποιοι είναι οι αδύναμοι κρίκοι. Και αυτοί δεν είναι άλλοι από τον μικρομεσαίο επιχειρηματία και τον ελεύθερο επαγγελματία.

Η αγορά κινείται σε ιδιαίτερα χαμηλούς ρυθμούς, η κατανάλωση στο λιανεμπόριο δεν προσεγγίζει καν τις προσδοκίες, ο κόσμος παραμένει φοβισμένος και λόγω της πανδημίας αλλά και εξαιτίας των αρνητικών προβλέψεων για το μέλλον και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα αγωνίζεται να σταθεί όρθια, σε ένα εξαιρετικά δυσμενές οικονομικό περιβάλλον.

Το μεγάλο πρόβλημα που εντοπίζουμε ως Επιμελητήριο είναι ότι –τουλάχιστον για την ώρα- οι άνθρωποι αυτοί που δίνουν μάχη για την επαγγελματική τους βιωσιμότητα, δεν έχουν την απαιτούμενη βοήθεια από την Πολιτεία. Και αν δεν στηριχθούν τώρα, αυτό το κρίσιμο διάστημα, μειώνονται οι ελπίδες για την άμεση ανάκαμψη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάσταση που επικρατεί στο λιανεμπόριο. Αρκετές επιχειρήσεις δεν άνοιξαν με την άρση των περιοριστικών μέτρων. Και όχι γιατί δεν ήθελαν, αλλά γιατί δεν είχαν τα απαιτούμενα κεφάλαια κίνησης. Έχουμε ζητήσει από την κυβέρνηση να εκπονηθεί ένα έκτακτο σχέδιο στήριξης των πληττόμενων επιχειρήσεων του λιανεμπορίου με ένα πρόγραμμα παρόμοιο με αυτό που εφαρμόζεται στην εστίαση και με αυτό που παρουσιάστηκε πρόσφατα για τον τουρισμό. Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει, με αποτέλεσμα να υφίστανται ασφυκτική πίεση σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις. Η έλλειψη ρευστότητας αποτελεί αυτή την στιγμή θηλιά στο λαιμό για το σύνολο των μικρομεσαίων και όσο δεν φαίνεται λύση στον ορίζοντα, τόσο αυξάνονται οι φόβοι μας ότι η εκτίμηση μας για περίπου 200.000 «λουκέτα» από το φθινόπωρο και μετά, θα αποδειχθούν μετριοπαθείς.

Καθοριστικό ρόλο για τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται επιχειρήσεις και επαγγελματίες, είναι το γεγονός της συσσώρευσης οφειλών κατά το διάστημα της πανδημίας. Φόροι, ασφαλιστικές συνδρομές, ενοίκια, ανεξόφλητες προμήθειες, έχουν σχηματίσει ένα «βουνό» χρεών για τους μικρομεσαίους. Και για αυτό το τόσο σοβαρό θέμα έχουμε ζητήσει από την κυβέρνηση να βρεθεί λύση, προτείνοντας το αυτονόητο. Τη διαγραφή μέρους των οφειλών και την αποπληρωμή του υπολοίπου σε δόσεις.

Μπορεί η κυβέρνηση να έφερε ρύθμιση με εκατοντάδες δόσεις, όμως αν δεν συνδυαστεί με «κούρεμα», τότε δεν θα έχει καμία επιτυχία. Και αυτό γιατί οι υπόχρεοι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν επειδή για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχε έσοδα από την εργασία του. Και μάλιστα χωρίς να έχει την παραμικρή ευθύνη, καθώς οι επιχειρήσεις έκλεισαν με κρατική εντολή. Είναι απορίας άξιο πως δεν το καταλαβαίνει αυτό η κυβέρνηση. Τα κουκιά δεν βγαίνουν. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Αν όμως στηριχθούν ουσιαστικά αυτή την περίοδο όλοι όσοι οφείλουν, αυτό θα αποβεί προς όφελος της ενίσχυσης των εσόδων του δημοσίου αλλά και της απασχόλησης. Ας μας πει επιτέλους η κυβέρνηση. Τι προτιμά; Κλειστές επιχειρήσεις με τους εργαζόμενους τους να εκτινάσσουν τα ποσοστά ανεργίας ή να συνεχίσουν να λειτουργούν, βοηθώντας παράλληλα την αναπτυξιακή προσπάθεια της οικονομίας μας;

Μοναδική ελπίδα είναι η βούληση της ΕΕ καθώς το αίτημα για διαγραφή οφειλών απασχολεί και τις Βρυξέλλες. Το βέβαιο είναι ότι το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών θα συνεχίσει να δίνει τις μάχες του για τη βελτίωση του επιχειρείν και την στήριξη των μικρομεσαίων. Ήταν και παραμένει προτεραιότητα μας η πρόοδος επιχειρήσεων και επαγγελματιών, καθώς από αυτή θα εξαρτηθεί και η μελλοντική πορεία της χώρας.

 

Πηγή: ΕΕΑ

Κυρ. Μητσοτάκης: Στα μέσα Μαΐου η έναρξη της επιστροφής στην κανονικότητα

Τα μέσα Μαΐου όταν και ξεκινά η τουριστική δραστηριότητα, προσδιόρισε ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΝΔ Κυριάκος Μητσοτάκης ως χρονικό ορόσημο για την έναρξη της επιστροφής στους ρυθμούς της κανονικότητας, κατά την ομιλία του, στις 20/4/2021, σε διαδικτυακό σεμινάριο στο πλαίσιο της «Πολιτικής Ακαδημίας Στελεχών Plus» της Νέας Δημοκρατίας με θέμα «Η ελληνική οικονομία μετά την πανδημία – Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ, Μεταρρυθμίσεις».

Ο πρωθυπουργός εξέφρασε την αισιοδοξία του για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μετά το τέλος της πανδημίας, και τόνισε ότι αυτή η αισιοδοξία τεκμηριώνεται από την εξαιρετικά υψηλή εμπιστοσύνη την οποία έχει χτίσει η Ελλάδα, ειδικά στους κύκλους των ξένων επενδυτών.

Στο σεμινάριο, έκαναν παρουσίαση και απάντησαν σε ερωτήσεις των στελεχών της ΝΔ ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων Μιχάλης Αργυρού, ο επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού Αλέξης Πατέλης και ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιων Επενδύσεων και ΕΣΠΑ Δημήτρης Σκάλκος.

«H υγειονομική κρίση με το έναν ή τον άλλο τρόπο φτάνει στο τέλος της. Οι εμβολιασμοί έχουν αυξηθεί σημαντικά και θα αυξηθούν ακόμα περισσότερο τους επόμενους δύο μήνες. Θα βοηθήσει ο καιρός, θα βοηθήσουν τα self-test και είναι δεδομένο ότι εντός ενός εύλογου χρονικού διαστήματος -το οποίο, πιστεύω, ότι θα είμαστε σε θέση να το προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις επόμενες ημέρες- θα αρχίσουμε να επιστρέφουμε σε ρυθμούς κανονικότητας και η οικονομική δραστηριότητα θα αρχίσει και πάλι να παίρνει μπρος. Mε προφανώς, ημερομηνία ορόσημο τα μέσα Μαΐου, όπου σκοπεύουμε να ανοίξουμε τον τουρισμό μας -ο οποίος είναι τόσο σημαντικός για την ελληνική οικονομία- σε επισκέπτες από το εξωτερικό υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί θα είναι είτε εμβολιασμένοι, είτε θα έχουν περάσει την ασθένεια, είτε θα έχουν έρθει με ένα αρνητικό test», τόνισε ο κ.Μητσοτάκης.

Πρόσθεσε ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται για τους τουρίστες, επί της ουσίας, «η μετεξέλιξη της πρότασης που είχε πρώτος καταθέσει για το ευρωπαϊκό green pass η οποία υιοθετήθηκε τελικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως κεντρική φιλοσοφία, προκειμένου να επιτρέψουμε τις ελεύθερες μετακινήσεις εντός της ΕΕ, για να στηριχθούν και οι οικονομίες οι οποίες είναι πιο εξαρτημένες από τον τουρισμό, όπως η δική μας».

Έκανε ιδιαίτερη μνεία στο Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ τα οποία όπως είπε «αφορούν όλους τους Έλληνες πολίτες» και τόνισε ότι «δεν μιλάμε, εδώ για έναν κουβά με κεφάλαια, χρήματα, τα οποία απλά θα πάνε σε κάποιες μεγάλες εταιρείες. Ειδικά το σχέδιο του Ταμείου Ανάκαμψης -με το ΕΣΠΑ είστε προφανώς, πιο, εξοικειωμένοι, καθώς είναι το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο το οποίο έχει υποστηρίξει την ελληνική οικονομία εδώ και δεκαετίες- αλλά για το Ταμείο Ανάκαμψης θα διαπιστώσετε ότι είναι μια δουλειά η οποία έχει και εθνικό αλλά και περιφερειακό πρόσημο».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΔΝΤ: Η ελληνική οικονομία επιστρέφει στην ανάπτυξη το 2021

Ύφεση για το 2020 αλλά και επιστροφή στον δρόμο της ανάπτυξης εντός του 2021 προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ότι θα σημειώσει η ελληνική οικονομία. Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις περιλαμβάνονται στην έκθεσή για τις Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές (World Economic Outlook) που δημοσιεύτηκε σήμερα στο πλαίσιο της Ετήσιας Συνόδου του οργανισμού.

Ειδικότερα, το Ταμείο εκτιμά ότι η ύφεση θα διαμορφωθεί στο 9,5% για το 2020 και ότι θα σημειωθεί ανάπτυξη 4,1% το 2021.

Σχετικά με το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το Ταμείο εκτιμά πως θα αγγίξει το 7,7% του ΑΕΠ το 2020 και ότι θα υποχωρήσει στο 4,5% του ΑΕΠ εντός του 2021.

Όσον αφορά την ανεργία, το ΔΝΤ την τοποθετεί στο 19,9% για το 2020, ενώ για το επόμενο έτος προβλέπει ότι θα υποχωρήσει στο 18,3%.

Τέλος, το Ταμείο εκτιμά ότι θα υπάρξει αποπληθωρισμός το 2020 κατά 0,6%. Παρόλα όμως αυτά, προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα καταστεί θετικός κατά 0,7% εντός του 2021.

 

Ύφεση 4,4% στην παγκόσμια οικονομία για το 2020

Ύφεση 4,4% στην παγκόσμια οικονομία για το 2020 προβλέπει το ΔΝΤ μέσω των εκτιμήσεων που διατυπώνει στην έκθεση.

Οι νέες εκτιμήσεις του Ταμείου παρουσιάστηκαν από την επικεφαλής οικονομολόγο Γκίτα Γκοπίνατ, η οποία εξέφρασε την ανησυχία της για τις επιπτώσεις της συνεχιζόμενης υγειονομικής κρίσης στην παγκόσμια οικονομία.

«Η απασχόληση παραμένει πολύ κάτω από τα επίπεδα που ήταν πριν από την πανδημία και η αγορά εργασίας έχει γίνει πιο συγκεντρωτική, με τους εργαζομένους χαμηλού εισοδήματος, τη νεολαία και τις γυναίκες να πλήττονται περισσότερο. Οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι, με σχεδόν 90 εκατομμύρια άτομα να αναμένεται να βρεθούν για πρώτη φορά σε καθεστώς ακραίας φτώχειας φέτος. Η ανάταξη από αυτήν την καταστροφή είναι πιθανό να είναι κοπιώδης, άνιση και πολύ αβέβαιη. Είναι σημαντικό να μην αποσυρθούν πρόωρα τα μέτρα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής», τόνισε χαρακτηριστικά

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ