Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις

 

Η παρούσα έρευνα είναι η πρώτη για το 2025 που διεξάγει το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ σε εξαμηνιαία βάση από τον Μάιο του 2009. Οι τηλεφωνικές συνεντεύξεις διενεργήθηκαν από την εταιρεία MARC AE σε πανελλαδικό δείγμα 1.002 μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (0-49 άτομα προσωπικό), μεταξύ 5-19 Φεβρουαρίου του 2025.Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ο δείκτης οικονομικού κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων βελτιώθηκε σημαντικά το δεύτερο εξάμηνο του 2024.

Ανέβηκε κατά δέκα περίπου μονάδες, σε σύγκριση με το προηγούμενο εξάμηνο, φθάνοντας τις 59,3 μονάδες. Ωστόσο, από τα επιμέρους στοιχεία τις έρευνας προκύπτουν σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων. Σημαντικά μεγαλύτερες δυσκολίες και προκλήσεις φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν οι πολύ μικρές επιχείρησες (0 – 9 εργαζόμενους).Η αβεβαιότητα, η μείωση του κύκλου εργασιών για τις μικρότερες επιχειρήσεις, η αδυναμία τους να χρηματοδοτήσουν σημαντικές επενδύσεις, η έλλειψη ρευστότητας αλλά και αυξημένο λειτουργικό κόστος, επιτείνουν το κίνδυνο τη συρρίκνωσης της πολύ μικρής επιχειρηματικής δραστηριότητας και την περαιτέρω συγκέντρωση αυτής σε μικρότερο αριθμό επιχειρήσεων.

Σημαντικό πρόβλημα για τις περισσότερες ΜμΕ είναι η ρευστότητα καθώς το 45,4% των επιχειρήσεων δήλωσε μείωση ρευστότητας το δεύτερο εξάμηνο του 2024, ενώ μία στις δύο επιχειρήσεις (50,4%) δήλωσε ότι τα ταμειακά της διαθέσιμα είναι μηδενικά ή επαρκούν το πολύ για ένα μήνα. Η έλλειψη ρευστότητας και η αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοδότηση αυτό αντανακλάται και στο πεδίο των επενδύσεων των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, όπου τα ποσά που δαπανώνται είναι ιδιαίτερα χαμηλά καθώς βασίζονται στην συντριπτική τους πλειονότητα σε ίδια κεφάλαια.

Σε επίπεδο απασχόλησης, το ισοζύγιο των επιχειρήσεων που αύξησαν το προσωπικό τους έναντι αυτών που το μείωσαν εμφανίζεται αρνητικό κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Από την άλλη μεριά οι εκτιμήσεις για το τρέχον εξάμηνο όσον αφορά την απασχόληση είναι αισιόδοξες. Υψηλό παραμένει το ποσοστό των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξεύρεση του προσωπικού που χρειάζονται. Περισσότερες από 1 στις 3 επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν τις κενές θέσεις εργασίας τους.

Όσον αφορά το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων από τα ευρήματα της έρευνας εκτιμήθηκε ότι για πάνω από 9 στις 10 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις έχει αυξηθεί από την εκδήλωση της ενεργειακής κρίσης κατά σχεδόν 40%. Απόρροια του αυξημένου λειτουργικού κόστους είναι σχεδόν 1 στις 3 επιχειρήσεις να έχουν αυξήσει τις τιμές τους το δεύτερο εξάμηνο του 2024, χωρίς να διαφαίνεται κάποια τάση σημαντικής αποκλιμάκωσης.

Τα σημαντικότερα ευρήματα της εξαμηνιαίας έρευνας κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ είναι τα εξής:

Δείκτης οικονομικού κλίματος
 Μετά από τρία εξάμηνα διαδοχικής υποχώρησης, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος παρουσιάζει σημαντική άνοδο κατά δέκα περίπου μονάδες, φθάνοντας τις 59,3 μονάδες έναντι του προηγούμενου εξαμήνου που διαμορφώθηκε στις 49,6 μονάδες, διατηρώντας πάντως μεγάλη απόσταση από το ιστορικό υψηλό που καταγράφηκε στο πρώτο εξάμηνο του 2023 όταν ανήλθε στις 66,7 μονάδες.
 Μεγάλη απόκλιση μεταξύ των διαφόρων μεγεθών μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, καθώς στις μικρότερες αυτών ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος ανέρχεται μόλις στις 48 μονάδες, ενώ στις μεγαλύτερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκτοξεύεται στις 81,1 μονάδες.
 Σε επίπεδο προσδοκιών των ΜμΕ, παρατηρείται μια άνοδος της τάξεως των τεσσάρων περίπου μονάδων, στις 59,1 από τις 55 μονάδες του προηγούμενου εξαμήνου, άνοδος, όμως, που δεν μεταφράζεται σε επικράτηση κλίματος αισιοδοξίας για το μέλλον, αλλά συντηρεί το αίσθημα αβεβαιότητας και ανασφάλειας, καθώς τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις εκτιμούν ότι η θέση τους θα
επιδεινωθεί το επόμενο διάστημα.

Κύκλος εργασιών 
 Βελτίωση σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2024 παρουσιάζει ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων, διατηρώντας όμως αρνητικό ισοζύγιο, γεγονός που αποδίδεται στην επίμονη κρίση ακρίβειας και στη διαρκή υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών.
 Το 38,4% των επιχειρήσεων σημείωσε μείωση του κύκλου εργασιών το δεύτερο εξάμηνο του 2024, έναντι 27,1% που σημείωσε αύξηση και 33,6% όπου παρέμεινε σταθερός.
 Αντίστροφη είναι η πορεία ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης, καθώς στις επιχειρήσεις με ετήσιο τζίρο έως 50.000 € προκύπτει μείωση κύκλου εργασιών για το 47,8%, ποσοστό που μειώνεται όσο αυξάνεται ο ετήσιος τζίρος για να καταλήξει στις επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 300.000 € να περιορίζεται στο 21,3%.

Αποτελέσματα χρήσης 

 Οι επιχειρήσεις που κατέγραψαν κέρδη το 2024 (52,2%) μειώθηκαν συγκριτικά με το 2023 (56,2%).
 Οι επιχειρήσεις που δηλώνουν ζημίες για το 2024 (20,7%) είναι περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2023 (21%), παρατηρείται, όμως, σημαντική αύξηση των επιχειρήσεων που εμφανίζουν μηδενικό αποτέλεσμα (18,6%) συγκριτικά με το προηγούμενο έτος (14,6%).

Ρευστότητα – Ταμειακά διαθέσιμα
 Το δεύτερο εξάμηνο του 2024 μόλις το 18,9% των επιχειρήσεων αύξησε τη ρευστότητά του, έναντι 45,4% που κατέγραψε μείωση της ρευστότητάς του.
 Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν (28,4%), ή διαθέτουν το πολύ για ένα μήνα (22,1%), ταμειακά διαθέσιμα και μόλις το 8,9% των επιχειρήσεων εμφανίζεται να διαθέτει επαρκή διαθέσιμα πέραν του εξαμήνου, με τις μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις να εμφανίζουν ποσοστιαία μεγαλύτερη έλλειψη ρευστών διαθέσιμων πόρων συγκριτικά με τις μεγαλύτερες.
 Ιδιαίτερα έντονο πρόβλημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ο κλάδος της εστίασης, με το ποσοστό εκείνων που δεν έχουν ταμειακά διαθέσιμα, ή τα ταμειακά τους διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα, να ανέρχεται σε 64,1% (39,1% δεν έχει καθόλου ταμειακά διαθέσιμα και 25% έχει ταμειακά διαθέσιμα που επαρκούν το πολύ για ένα μήνα).

Απασχόληση 

 Στην απασχόληση το ισοζύγιο των επιχειρήσεων που μετέβαλαν το προσωπικό ήταν αρνητικό. Συγκεκριμένα, το δεύτερο εξάμηνο του 2024 οι επιχειρήσεις οι οποίες δήλωσαν ότι αύξησαν το προσωπικό τους αντιστοιχούν στο 7,9% έναντι 8,9% που δήλωσε ότι το μείωσε.
 Οι εκτιμήσεις για το πρώτο εξάμηνο του 2024 είναι θετικές, με το 14,3% των επιχειρήσεων να αναμένει αύξηση προσωπικού, έναντι μόλις 4,2% που προβλέπει μείωση.

Κενές θέσεις εργασίας 

 Αρνητικό, με ελαφρά ανοδικές μάλιστα τάσεις, σε σχέση με την έρευνα του προηγούμενου εξαμήνου, εξακολουθεί να εμφανίζεται το ισοζύγιο που αποτυπώνεται όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσον οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην εξεύρεση εργαζομένων. Πιο συγκεκριμένα, στο ερώτημα αυτό το 37,3% των επιχειρήσεων απάντησε ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα, έναντι ενός 34,3% που απάντησε ότι δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα.
 Σχετικά με τις ειδικότητες που παρουσιάζουν έλλειψη στην αγορά εργασίας, οι ειδικευμένοι/ες τεχνίτες/ριες-χειριστές/ίστριες μηχανημάτων (28,5%), οι εργάτες/ριες-βοηθοί μαστόρων/ορισσών και το προσωπικό καθαριότητας (19,4%), καθώς και οι ειδικότητες που σχετίζονται με τους κλάδουςτου τουρισμού και της εστίασης, σερβιτόροι/ες, μάγειρες/είρισσες και ζαχαροπλάστες/ριες (17,4%) εξακολουθούν, σε σχέση και με την έρευνα του προηγούμενου εξαμήνου, να αποτελούν, με σειρά προτεραιότητας, τις τρεις σημαντικότερες κατηγορίες.

Ζήτηση – Παραγγελίες
 Για το 35,1% των επιχειρήσεων η ζήτηση μειώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2024, έναντι 26,4% που δήλωσε ότι αυξήθηκε και 38,1% που δήλωσε πως παρέμεινε η ίδια.
 Στον κλάδο του εμπορίου εντοπίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα μείωσης της ζήτησης, όπου η πλειονότητα (45,6%) διαπιστώνει μείωση, όπως και στις ατομικές επιχειρήσεις (41%), στις επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 € (43,6%) και σε όσες δεν απασχολούν προσωπικό (45,5%).
 Για τις παραγγελίες προς τους προμηθευτές το δεύτερο εξάμηνο του 2024, η πλειονότητα (38,5%) απάντησε ότι μειώθηκαν. Το 37,5% απάντησε ότι έμειναν αμετάβλητες και αύξηση δήλωσε μόνο το 23,1%, με τη μεγαλύτερη μείωση να εντοπίζεται στον κλάδο του εμπορίου (50,1%).

Επενδύσεις 
 Οριακή υποχώρηση των επιχειρήσεων που πραγματοποίησαν κάποιας μορφής επένδυση παρατηρείται το δεύτερο εξάμηνο του 2024, καθώς αυτές ανέρχονται στο 32,2% έναντι του 34,1% του πρώτου εξαμήνου.
 Το 20,7% των επιχειρήσεων πραγματοποίησε επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό και ψηφιακές τεχνολογίες, το 16,6% επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και λοιπά μηχανήματα, το 6,5% σε κτιριακές εγκαταστάσεις και λοιπό εξοπλισμό και το 7,1% σε κατάρτιση και εκπαίδευση προσωπικού. Σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο, παρατηρείται μείωση των επενδύσεων κατά δύο περίπου μονάδες σε τεχνολογικό εξοπλισμό/ψηφιακές τεχνολογίες και σε κτίρια, ενώ αύξηση παρουσίασαν οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό/λοιπά μηχανήματα κατά σχεδόν τέσσερις μονάδες, ενώ στην εκπαίδευση προσωπικού αυτές αυξήθηκαν οριακά κατά 0,4%.
 Το ύψος της επένδυσης που πραγματοποίησαν οι επιχειρήσεις παραμένει ιδιαίτερα χαμηλό και στο δεύτερο εξάμηνο του 2024, αφού για το 52,5% όσων πραγματοποίησαν κάποιας μορφής επένδυση αυτή δεν ξεπέρασε τις 5.000 €.
 Το πρόβλημα της πρόσβασης σε χρηματοδότηση παραμένει κυρίαρχο για τις ΜμΕ, καθώς το ποσοστό της αυτοχρηματοδότησης των επενδύσεων συνεχίζει να αυξάνεται σημαντικά, φτάνοντας το 89,1% τον Φεβρουάριο του 2025, έναντι 84,2% και 80,5% τον Φεβρουάριο του 2024 και του 2023, αντίστοιχα. Αντίθετα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση επενδύσεων μέσω προγραμμάτων, όπως το ΕΣΠΑ, καταγράφηκε για το 5,6%, ενώ χρηματοπιστωτική χρηματοδότηση έλαβε μόλις το 1,9% των επιχειρήσεων.

Τιμές  

 Περίπου 1 στις 3 επιχειρήσεις αύξησε τις τιμές της το δεύτερο εξάμηνο του 2024.
 Η πίεση που ασκείται στις επιχειρήσεις να αυξήσουν τιμές προϊόντων και αγαθών διαμορφώνει έναν αδιατάρακτο φαύλο κύκλο επαναλαμβανόμενων ανατιμήσεων, καθώς αναζητείται το σημείο ισορροπίας μεταξύ αυξημένου λειτουργικού κόστους και πρώτων υλών, κόστους διαβίωσης και οικονομικής στενότητας των νοικοκυριών.
 Σε κλαδικό επίπεδο, οι επιχειρήσεις του κλάδου του εμπορίου καταγράφουν το μεγαλύτερο ποσοστό όσων αύξησαν τιμές (35,1%), με τους τομείς της μεταποίησης-βιοτεχνίας και τον τομέα των υπηρεσιών να ακολουθούν με μικρές διαφοροποιήσεις (30% και 28,8%, αντίστοιχα).
 Ως προς το τρέχον εξάμηνο, 1 στις 4 επιχειρήσεις (25,6%) εκτιμά ότι θα αυξήσει τις τιμές της.

Επιπτώσεις ανατιμήσεων – αύξηση λειτουργικού κόστους 

 Ως προς το κόστος λειτουργίας, σχεδόν 9 στις 10 επιχειρήσεις (91,6%) δήλωσαν ότι το κόστος λειτουργίας τους αυξήθηκε. Για τις επιχειρήσεις αυτές το κόστος λειτουργίας αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 39,6%.
 Αντίστοιχα είναι και τα ποσοστά των επιχειρήσεων που κατέγραψαν αύξηση του λειτουργικού κόστους ανά τομέα δραστηριότητας (εμπόριο, μεταποίηση, υπηρεσίες).
 Για τις επιχειρήσεις αυτές, το λειτουργικό κόστος στο εμπόριο αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 40,7%, στη μεταποίηση κατά 34% και στις υπηρεσίες κατά 42,1%.

Ηλεκτρονικές συναλλαγές
 Το 49,7% των επιχειρήσεων αντλεί πάνω από το 50% του τζίρου του από ηλεκτρονικές συναλλαγές.
 Το 87,7% θεωρεί τις τραπεζικές χρεώσεις υπερβολικές.
 Το 74,2% κρίνει ανεπαρκή τα κυβερνητικά μέτρα για τη μείωση των τραπεζικών χρεώσεων.

Υποχρεώσεις – οφειλές

 Η κατάσταση σχετικά με τα ποσοστά μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων με καθυστερημένες οφειλές παρουσιάζει ελαφρά βελτίωση. Ωστόσο, το ποσοστό των επιχειρήσεων που δυσκολεύονται να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, με το 29% να έχει τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή, παρουσιάζοντας μια μικρή μείωση σε σχέση με το προηγούμενο ποσοστό του 30,6%.
 Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με 3 ή περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές παραμένουν σταθερές στο 10,1%. Υπάρχει μικρή μείωση στο ποσοστό των επιχειρήσεων με 2 καθυστερημένες οφειλές (7,1%, σε σύγκριση με 7,4% το προηγούμενο εξάμηνο) και βελτίωση στο ποσοστό των επιχειρήσεων με 1 ληξιπρόθεσμη οφειλή (11,8% έναντι 13,1% το προηγούμενο εξάμηνο).
 Οι επιχειρήσεις εστίασης φαίνεται να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υπερχρέωσης, με το 21,4% να έχει τρεις ή περισσότερες ληξιπρόθεσμες οφειλές, ενώ το 38,6% έχει τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή. Επίσης, σημαντικά προβλήματα υπερχρέωσης αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις χωρίς προσωπικό (38%) και όσες έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 € (37,5%).

 Τα υψηλότερα ποσοστά των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων με καθυστερημένες οφειλές εντοπίζονται να είναι προς τον πρώην ΟΑΕΕ (13,9%), την εφορία (12,7%) και τους προμηθευτές (11,8%).
 Το 43,1% των οφειλετών συγκεντρώνονται στη χαμηλότερη κατηγορία με οφειλές ως 10.000 €.

Δείκτες αβεβαιότητας και βιωσιμότητας  
 Η απαισιοδοξία στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις σχετικά με τη μελλοντική τους βιωσιμότητα υποχώρησε, καθώς ο δείκτης αβεβαιότητας διαμορφώθηκε στις 32,5 μονάδες, καταγράφοντας μείωση 4,1 μονάδων σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο.
 Αντίστοιχη είναι η εικόνα και ως προς τον δείκτη βιωσιμότητας, καθώς το 2,5% των επιχειρήσεων εκφράζει τον φόβο για διακοπή της δραστηριότητάς του το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, έναντι του 3,2% που ήταν τον Ιούλιο του 2024.
 Το μεγαλύτερο πρόβλημα και αυξημένη πιθανότητα παύσης δραστηριότητας εντοπίζεται στις επιχειρήσεις με καθυστερημένες υποχρεώσεις, ιδίως σε εκείνες που είναι υπερχρεωμένες προς το Δημόσιο.

Δείτε όλη την έρευνα εδώ:

klima_b_2024

IME-ΓΣΕΒΕΕ: Εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές επιχειρήσεις – Ιούνιος 2022

Το δεύτερο εξάμηνο του 2021, η άρση των εκτεταμένων περιορισμών που είχαν υιοθετηθεί για την αντιμετώπιση της πανδημίας Covid-19 επέτρεψε στην οικονομική δραστηριότητα να επανέλθει σε σχετικά κανονικές συνθήκες. Παράλληλα, αποσύρθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους τα μέτρα στήριξης που εφαρμόστηκαν υπέρ των επιχειρήσεων που επλήγησαν από την πανδημία.

Η προσδοκία ότι η απόσυρση των πιο αυστηρών περιορισμών στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα θα έδινε στην οικονομία την απαραίτητη ώθηση για να ανακάμψει τάχιστα και να «επουλώσει τις πληγές» που δημιούργησε σε έναν μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων η υγειονομική κρίση, ιδίως των επιχειρήσεων εκείνων που τα μέτρα στήριξης δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν ένα σημαντικό μέρος των απωλειών τους, δεν επιβεβαιώθηκε. Η εμφάνιση του πληθωρισμού, που από τα μέσα του 2021 και μετά καλπάζει, κυρίως εξ αιτίας της υπέρμετρης αύξησης των τιμών ενέργειας που προκλήθηκε αρχικά λόγω της διεθνούς ενεργειακής κρίσης και προσφάτως λόγω των δυσμενών γεωπολιτικών εξελίξεων, έχει δημιουργήσει νέες δυσκολίες, αβεβαιότητες και προκλήσεις. Για τις επιχειρήσεις οι ανατιμήσεις, ιδίως στις τιμές ενέργειας, τουλάχιστον κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2021, προκάλεσαν τρεις σοβαρές και αλληλένδετες επιπτώσεις.

Η πρώτη επίπτωση ήταν η σημαντική αύξηση του κόστους λειτουργίας τους.

Η δεύτερη επίπτωση, που είναι απόρροια της πρώτης, ήταν ο ιστορικά υψηλός αριθμός των επιχειρήσεων που αύξησαν τις τιμές πώλησης των αγαθών/υπηρεσιών.

Η τρίτη επίπτωση, που σχετίζεται τόσο με την αύξηση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, τη μείωση της ζήτησης λόγω των ανατιμήσεων, την επιβράδυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας που κινδυνεύει να εισέλθει σε μια περίοδο στασιμοπληθωρισμού και των υποχρεώσεων που συσσώρευσαν οι επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης, σχετίζεται με τη σοβαρή αύξηση των υπερχρεωμένων μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Η έρευνα με μία ματιά εδώ
Διαβάστε ολόκληρη την έρευνα εδώ

Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος

Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Εξαμηνία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (0-49 άτομα προσωπικό οι οποίες αποτελούν το 99,6% των ελληνικών επιχειρήσεων) 

Η εξαμηνιαία έρευνα οικονομικού κλίματος για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οποία διενεργείται συστηματικά από τον Μάιο του 2009, αποτελεί την δεύτερη που διεξάγεται υπό τις πρωτοφανείς συνθήκες που έχει διαμορφώσει η υγειονομική κρίση.

Οι επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, που στην οικονομία έχουν εκδηλωθεί με την μορφή της βαθιάς και απότομης ύφεσης, όπως είναι επόμενο, έχουν επηρεάσει αρνητικά την οικονομική κατάσταση των ΜμΕ. Αυτό άλλωστε αποτυπώθηκε και στην αντίστοιχη έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το Α εξάμηνο του 2020 όπου καταγράφηκε σοβαρή πτώση όλων των βασικών δεικτών που προσδιορίζουν την κατάσταση που βρίσκονται οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. 

Τα ευρήματα της έρευνας για το Β εξάμηνο του 2020 καταδεικνύουν πως η κατάσταση παραμένει δυσμενής. 

Ο γενικός δείκτης οικονομικού κλίματος το Β εξάμηνο του 2020 διατηρείται σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο καθώς διαμορφώνεται στις 20,1 μονάδες. Δεν έχει μεταβληθεί, δηλαδή, σε σχέση με το Α εξάμηνο του 2020. 

Με μια πρώτη ανάγνωση της έρευνας φαίνεται πως η κατάσταση στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν έχει επιδεινωθεί περεταίρω, καθώς σε όλους σχεδόν τους επιμέρους δείκτες αποτίμησης καταγράφεται και μια μικρή υποχώρηση της επιδείνωσης. 

Η προσεκτικότερη, ωστόσο, εξέταση των στοιχείων της έρευνας αναδεικνύει σοβαρές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιχειρήσεων. Η πανδημική κρίση δεν επηρεάζει με την ίδια ένταση όλες τις επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα οι επιχειρήσεις που έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους με κρατική εντολή βρίσκονται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. 

Στην έρευνα καταγράφεται μια μικρή αύξηση τόσο των επιχειρήσεων που επωφελούνται από την κρίση όσο και των επιχειρήσεων που έχουν καταφέρει να απορροφήσουν τις δυσμενείς της επιπτώσεις. Για την πλειοψηφία όμως των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων φαίνεται πως η κατάσταση έχει επιδεινωθεί περαιτέρω, ναρκοθετώντας τις προοπτικές τους για το μέλλον. 

Είναι μάλιστα τόσο υψηλά τα ποσοστά των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν πολλαπλές δυσκολίες που φαίνεται πως πλέον και υγιείς μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας. Το παρατεταμένο διάστημα που διατηρείται το απαγορευτικό για τη λειτουργία μεγάλου μέρους της οικονομικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα που υπάρχει για τον χρόνο που τελικά θα απαιτηθεί για να επιστρέψουμε σε κάποιας μορφής κανονικότητα, φαίνεται πως επιβαρύνει εκθετικά την κατάσταση της πλειοψηφίας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. 

Δεν θα πρέπει, επίσης, να λησμονούμε ότι οι υφιστάμενες μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις έχουν περάσει μέσα από τη μέγγενη της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η εκδήλωση της πανδημίας αναδεικνύει πως τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις αυτές, τα οποία εντάθηκαν κατά την προηγούμενη δεκαετή οικονομική κρίση, έχουν αποδυναμώσει τις δυνατότητες τους να αντεπεξέλθουν στις επιπτώσεις της νέας υφεσιακής περιόδου.  Τα ίδια κεφάλαια που διέθεταν, κυρίως για επενδύσεις μικρής κλίμακας, φαίνεται πως έχουν αναλωθεί για την απορρόφηση των επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης, παρά μάλιστα τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη στήριξη τους. 

Άλλωστε, ένα μεγάλο μέρος των μέτρων που έχουν ληφθεί για την στήριξη των επιχειρήσεων αφορούν άμεσες ή έμμεσες μορφές ενίσχυσης της ρευστότητας τους, που πάρα την πρόσκαιρη και σε αρκετές περιπτώσεις μη επαρκή ανακούφιση που προσφέρουν, αποτελούν υποχρεώσεις που συσσωρεύονται σε ένα μάλιστα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας για το μέλλον. 

Αυτό φαίνεται και από την σημαντική αύξηση που καταγράφεται στα ποσοστά των επιχειρήσεων που δηλώνουν πως δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις μελλοντικές τους υποχρεώσεις.  

Προκειμένου, λοιπόν, να αποφευχθούν τα χειρότερα και παράλληλα να επιβεβαιωθούν οι αισιόδοξες προβλέψεις, απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο υποστήριξης των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα εκείνων που πλήττονται δυσανάλογα από τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης, για το διάστημα της σταδιακής επανεκκίνησης της ελληνικής οικονομίας. Το σχέδιο δράσης για την επόμενη μέρα θα πρέπει να εξυπηρετεί 2 δέσμες μέτρων: 

1η δέσμη: Επαρκή ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων για να μπορέσουν να επανεκκινήσουν. Ένα μέρος της χρηματοδότησης αυτής θα πρέπει να αφορά την κάλυψη των οφειλών που δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της πανδημίας και να έχει τη μορφή της επιδότησης. 

2η δέσμη: Προγράμματα επιδότησης του μη μισθολογικού ή/και του μισθολογικού κόστους για την διατήρηση των θέσεων εργασίας.

Διαβάστε εδώ όλη την έρευνα

imegsevee_economic_finalpdf

 

Έρευνα ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ – Ιούλιος 2020 – Εξαμηνιαία αποτύπωση οικονομικού κλίματος στις μικρές επιχειρήσεις

  • Κατακρήμνιση του δείκτη οικονομικού κλίματος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και όλων των βασικών οικονομικών δεικτών
  • Ραγδαία αύξηση αδυναμίας καταβολής υποχρεώσεων
  • Δυσοίωνες οι προσδοκίες για το μέλλον

 

Η εξαμηνιαία έρευνα οικονομικού κλίματος στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η 24η κατά σειρά, αποτυπώνει τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Μετά από την σταθερή σε γενικές γραμμές βελτίωση που είχε καταγραφεί στις προηγούμενες έξι εξαμηνιαίες έρευνες οικονομικού κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οικονομική κατάσταση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων αντιστράφηκε απότομα και σε βάθος.

Όλοι οι δείκτες οικονομικού κλίματος καταγράφουν σοβαρή μείωση δείχνοντας πως μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα η κατάσταση των μικρών και πολύ επιχειρήσεων έχει επιδεινωθεί δραματικά, θέτοντας σε κίνδυνο την βιωσιμότητα τους.

Η ραγδαία μείωση της οικονομικής δραστηριότητας αρχίζει εκ νέου να αποτυπώνεται και στην αδυναμία καταβολής των υποχρεώσεων τόσο προς τον δημόσιο όσο και προς τους ιδιώτες.

Ο φαύλος κύκλος ύφεσης – υπερχρέωσης φαίνεται πως αναβιώνει. Μέσα σε ένα τόσο τοξικό για τις επιχειρήσεις περιβάλλον, όπου δημιουργούνται συνθήκες για εκτεταμένο και μαζικό κλείσιμο μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων που αποτελούν τον βασικό πυλώνα απασχόλησης στην Ελλάδα, είναι μάλλον αμφίβολο πως η ύφεση στην οποία ήδη έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία θα είναι βραχύβια, ανεξάρτητα από τις προσπάθειες που καταβάλλονται από τους επιστήμονες της υγείας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του COVID-19. Η αποψίλωση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων ισοδυναμεί με αποψίλωση της εναπομείνασας από την δεκαετή οικονομική κρίση μεσαίας τάξης θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Με βάση αυτά είναι αναγκαίο τα μέχρι τώρα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης, τόσο για την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, όσο και για την κάλυψη απώλειας των εισοδημάτων να διευρυνθούν και να συμπληρωθούν από ένα ρεαλιστικό πλαίσιο διευθέτησης και διαχείρισης των υποχρεώσεων τους.

Τα κυριότερα ευρήματα της έρευνας κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, όπου αποτυπώνεται η εξαιρετικά δυσμενής κατάσταση που βρίσκονται οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι τα εξής:

 

–        Αποτίμηση εξαμήνου – Βασικοί οικονομικοί δείκτες – Υποχρεώσεις/οφειλές

  • 8 στις 10 επιχειρήσεις δήλωσαν πως η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης τους επιδεινώθηκε κατά το προηγούμενο εξάμηνο έναντι μόλις 4,9% που δήλωσε ότι βελτιώθηκε και 15,1% που δήλωσε πως παρέμεινε αμετάβλητη
  • Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώνεται στις 20,1 μονάδες καταγράφοντας πτώση 46 μονάδων μόλις μέσα σε ένα εξάμηνο γεγονός που αποτυπώνει το βάθος της οικονομικής κρίσης
  • 8 στις 10 επιχειρήσεις δήλωσαν πως ο τζίρος τους μειώθηκε κατά το προηγούμενο εξάμηνο έναντι μόλις 5,6% που δήλωσε ότι αυξήθηκε. Μέσος όρος μείωσης του κύκλου εργασιών 46,4%.
  • 8 στις 10 επιχειρήσεις δήλωσαν πως μειώθηκε η ρευστότητα τους, έναντι μόλις του 5,4% δήλωσε ότι αυξήθηκε.
  • 1 στις 4 επιχειρήσεις δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία (ΦΠΑ, ΦΜΥ κλπ)
  • 1 στις 4 επιχειρήσεις δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον πρώην ΟΑΕΕ
  • 1 στις 6 επιχειρήσεις δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το πρώην ΙΚΑ
  • 1 στις 3 επιχειρήσεις που έχει ενοίκιο δήλωσε πως έχει καθυστερημένες οφειλές.
  • 1 στις 5 επιχειρήσεις δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες
  • 1 στις 4 επιχειρήσεις δήλωσε πως έχει καθυστερημένες οφειλές προς προμηθευτές
  • 1 στις 4 επιχειρήσεις έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς ενέργειας (ΔΕΗ, φυσικό αέριο), ενώ 1 στις 5 έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λοιπούς λογαριασμούς (τηλέφωνο, ύδρευση).

–        Απασχόληση

  • 1 στις 6 των επιχειρήσεων που απασχολούν προσωπικό προχώρησαν σε μείωση των θέσεων απασχόλησης κατά το προηγούμενο εξάμηνο. Με βάση τα στοιχεία της έρευνας εκτιμάται ότι το προηγούμενο εξάμηνο χάθηκαν 117.000 θέσεις απασχόλησης.
  • 1 στις 7 των επιχειρήσεων που απασχολούν προσωπικό θα προχωρήσει σε μείωση των θέσεων απασχόλησης το επόμενο διάστημα, έναντι 6,7% που θα κάνει προσλήψεις. Από την επεξεργασία των επιμέρους στοιχείων εκτιμάται ότι το επόμενο εξάμηνο κινδυνεύουν να χαθούν 105.000 θέσεις απασχόλησης.

–        Προσδοκίες για το επόμενο εξάμηνο – Βιωσιμότητα επιχειρήσεων – Υποχρεώσεις/οφειλές

  • 1 στις 3 μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις εκφράζουν τον φόβο για ενδεχόμενη διακοπή της δραστηριότητας τους κατά το επόμενο διάστημα.
  • 1 στις 2 επιχειρήσεις αναμένει περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης το επόμενο εξάμηνο έναντι μόλις του 10,7% που αναμένει βελτίωση και του 26,9% που δεν περιμένει καμία μεταβολή
  • 1 στις 4 επιχειρήσεις δήλωσε ότι το επόμενο διάστημα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις προς τις τράπεζες
  • 1 στις 4 επιχειρήσεις δήλωσε ότι το επόμενο διάστημα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενοικίου
  • 1 στις 5 επιχειρήσεις δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί:
    • στις φορολογικές της υποχρεώσεις
    • στις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις (πρώην ΟΑΕΕ και ΙΚΑ)
    • στις υποχρεώσεις προς προμηθευτές
    • στις υποχρεώσεις για λογαριασμούς ενέργειας και λοιπούς λογαριασμούς

–        Αξιολόγηση μέτρων της κυβέρνησης για την στήριξη των επιχειρήσεων

  • 6 στις 10 επιχειρήσεις (62,9%) δήλωσαν πως είναι λίγο ή καθόλου ικανοποιημένοι με τα μέχρι τώρα μέτρα της κυβέρνησης, έναντι του 35,3% που δήλωσε πως είναι πολύ ή αρκετά ικανοποιημένο.

* Η έρευνα που παρουσιάζεται είναι η δεύτερη για το 2020 που διεξάγει το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ σε συνεργασία με την εταιρία MARC AE σε εξαμηνιαία βάση από τον Μάιο του 2009. Έγινε σε πανελλαδικό δείγμα 803 πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων (0-49 άτομα προσωπικό), στο διάστημα 13-14 & 21-29 Ιουλίου 2020 και έχει ως βασικό στόχο την αποτύπωση του οικονομικού κλίματος στις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, στους κλάδους της μεταποίησης, του εμπορίου και των υπηρεσιών, που αποτελούν το 99,6% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Τα ευρήματα αυτής της έρευνας μπορούν να συγκριθούν με τα αντίστοιχα των προηγούμενων ερευνών (Μάιος 2009 – Φεβρουάριος 2020). Οι έρευνες αυτές αποτελούν το μοναδικό εργαλείο, σε πανελλαδικό επίπεδο, για την καταγραφή της κατάστασης και της πορείας του μεγαλύτερου τμήματος της πραγματικής οικονομίας στην Ελλάδα. Τα πρωτογενή δεδομένα οικονομικών και επιχειρηματικών προσδοκιών χρησιμοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (SMEUnited) για την κατασκευή των δεικτών ευρωπαϊκού οικονομικού κλίματος και είναι συγκρίσιμα με τα στοιχεία άλλων χωρών της ΕΕ.

Όπως και στις προηγούμενες έρευνες, έτσι και τώρα, υπάρχει μια σαφής καταγραφή των τάσεων του οικονομικού κλίματος καθώς και η παρακολούθηση των βασικών δεικτών λειτουργίας των μικρών επιχειρήσεων κατά το 1ο εξάμηνο του 2020, ενώ παράλληλα επιχειρείται οικονομική πρόβλεψη για το 2ο εξάμηνο του 2020.

Αναλυτικά η έρευνα στα ακόλουθα αρχεία:

https://www.gsevee.gr/images/OEFE/erevna%20klimatos%20july%202020%20pdf.pdf

https://www.gsevee.gr/images/OEFE/erevna%20klimatos%20july2020%20word.docx