Απόφαση ΣτΕ για παραγραφή οφειλών σε Ε.Φ.Κ.Α.: Αντισυνταγματική η 20ετής παραγραφή αξιώσεων για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών

Αλλαγή στο ισχύον έως τώρα καθεστώς, αναφορικά με την παραγραφή των αξιώσεων των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, φέρνει η προσφάτως δημοσιευθείσα υπ’ αριθμόν 1833/2021 Απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του Ν. 4387/2016 γενικός κανόνας περί εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης κρίνεται αντισυνταγματικός, καθώς αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αρχής της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ, αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι, κατόπιν της ως άνω κρίσης περί αντισυνταγματικότητας της εικοσαετούς παραγραφής, καταλείπεται κενό στη ρύθμιση, το οποίο πρέπει να καλυφθεί με την εφαρμογή του κανόνα περί δεκαετούς παραγραφής των αξιώσεων καταβολής εισφορών για το σύνολο των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων.

Είναι αντιληπτό ότι με την εν λόγω απόφαση αλλάζει ριζικά το καθεστώς είσπραξης των οφειλόμενων έως τώρα ποσών των ασφαλισμένων ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι μπορούν πλέον να δουν τις οφειλές τους στα ασφαλιστικά ταμεία να περιορίζονται, με αποτέλεσμα – υπό την πλήρωση και των λοιπών προϋποθέσεων συνταξιοδότησης – να μπορούν να πλέον να συνταξιοδοτηθούν πιο εύκολα.

Έως σήμερα, ένας ελεύθερος επαγγελματίας, που έχει οφειλές σε οποιοδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης που εντάσσεται στον Ε.Φ.Κ.Α., για να μπορέσει να συνταξιοδοτηθεί, πρέπει οι οφειλές αυτές να μην ξεπερνούν το ποσό των 20.000,00 €. Στην περίπτωση ύπαρξης οφειλών έως του ποσού αυτού, αυτές ρυθμίζονται με παρακράτησή τους σε μηνιαίες δόσεις από τη σύνταξη. Εάν, όμως, ο ασφαλισμένος έχει οφειλές που ξεπερνούν το ποσό των 20.000,00 € καλείται να καταβάλει εφάπαξ το σύνολο του υπερβάλλοντος (από τις 20.000,00 €) ποσού, προκειμένου να μπορέσει να ρυθμίσει το υπόλοιπο κατά τα ανωτέρω και να συνταξιοδοτηθεί. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι, εφόσον εφαρμοστεί ο κανόνας της δεκαετούς παραγραφής, ένας ελεύθερος επαγγελματίας, ο οποίος έχει χρέη, που ξεπερνούν κατά πολύ το ποσό των 20.000,00 €, θα μπορεί να δει ορισμένα από αυτά να διαγράφονται και συνεπώς θα διευκολύνεται σημαντικά η συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων, οι οποίοι θεμελιώνουν σχετικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Η απόφαση όπως δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του Συμβουλίου της Επικρατείας:

ΣτΕ Ολ. 1833/2021

Πρόεδρος:  Ε. Σαρπ, Πρόεδρος Σ.τ.Ε.

Εισηγητής: Κ. Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλος Επικρατείας

 

Ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου. Πλήρωση του κενού, που ανακύπτει, με την εφαρμογή του γενικού κανόνα της δεκαετούς παραγραφής, ο οποίος αποτελούσε το προϊσχύσαν δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

 

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ. 1833/2021, δημοσιευθείσα επί προσφυγής, που εισήχθη με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα: 

 Α. Ο θεσπισθείς με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 γενικός κανόνας της εικοσαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής ασφάλισης, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου. Η θεσπιζόμενη με την ανωτέρω διάταξη παραγραφή αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον χρόνος παραγραφής είκοσι ετών δεν συνιστά εύλογη διάρκεια της οικείας προθεσμίας, η οποία απαιτείται να είναι σχετικά σύντομη, δεδομένης και της αυξανόμενης ταχύτητας και πολυπλοκότητας των σύγχρονων βιοτικών σχέσεων και συναλλαγών, που αξιώνουν, κατ’ αρχήν, ταχεία εκκαθάριση των εκάστοτε τρεχουσών υποχρεώσεων των διοικουμένων.  Εν σχέσει προς την οργάνωση και τη λειτουργία των ασφαλιστικών φορέων, ο προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής πρέπει να επαρκεί, ώστε, με τη συνδρομή και των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας, να διενεργούνται, στο πλαίσιο της ορθολογικής οργάνωσής τους, επίκαιροι και αποτελεσματικοί, από την άποψη της εισπραξιμότητας, έλεγχοι με στόχο την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, χωρίς να εκτείνεται σε μεγάλη διάρκεια, η οποία, λόγω της χρονικής απόστασης από την παράβαση  δεν συμβάλλει στην ορθή, κατά το χρόνο ισχύος της, εφαρμογή της διαρκώς μεταβαλλόμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και τη δημιουργία συνείδησης συμμόρφωσης προς αυτή, οδηγεί αναγκαίως, δεδομένης και της σοβαρής υποστελέχωσης των  υπηρεσιών, σε ανεπίκαιρους και για το λόγο αυτό μειωμένης εισπραξιμότητας ελέγχους, συνεπάγεται μη διαχειρίσιμο φόρτο για τις υπηρεσίες και, ενδεχομένως, ενθαρρύνει την απραξία των ασφαλιστικών φορέων. Εν σχέσει προς τους βεβαρυμένους με τις ασφαλιστικές εισφορές υποχρέους, ο χρόνος της παραγραφής απαιτείται να είναι ο αναγκαίος, ώστε, αφενός, να διασφαλίζεται το δικαίωμα άμυνας αυτών έναντι δυσχερειών απόδειξης περιστατικών αναγόμενων στο απώτερο παρελθόν, αφετέρου δε να μην οδηγούνται οι οφειλέτες σε οικονομική εξουθένωση λόγω της υποχρέωσης ταυτόχρονης καταβολής συσσωρευμένων οφειλών περισσότερων ετών, με περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις στην απασχόληση και την εθνική οικονομία γενικότερα. Τα ανωτέρω δε ισχύουν, λαμβανομένου επιπλέον υπ’ όψιν ότι η μη καταβολή ή πλημμελής καταβολή ασφαλιστικών εισφορών δεν συνδέεται αναγκαίως με πρόθεση αποφυγής τους, αλλά δύναται να οφείλεται σε δυσχέρειες κατά την ερμηνεία της ασφαλιστικής νομοθεσίας, αποτέλεσμα των συνεχών τροποποιήσεων και του κατακερματισμού των επί μέρους ρυθμίσεών της. Αντιθέτως, απαιτείται να εξασφαλίζεται η έγκαιρη και σε σχετικώς σύντομο χρόνο γνώση των υποχρεώσεών τους, ώστε να μην αιφνιδιάζονται, αλλά να δύνανται να προγραμματίζουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα προς όφελος και της εθνικής οικονομίας. Η διαμόρφωση δε της προθεσμίας παραγραφής υπό τους ανωτέρω όρους, που αποτελούν και εκδήλωση της ειρηνευτικής λειτουργίας του δικαίου, συμβάλλει στην καλλιέργεια της αναγκαίας σε ένα κράτος δικαίου σχέσης εμπιστοσύνης των διοικούμενων προς τη Διοίκηση. Περαιτέρω, η ανωτέρω διάταξη αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, κατά το μέρος που η εικοσαετής παραγραφή, που θεσπίσθηκε, μάλιστα, σε χρόνο κατά τον οποίο οι υπόχρεοι είχαν ήδη υποστεί διάφορες οικονομικές επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, ισχύει αναδρομικώς και για απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της νέας διάταξης και δεν είχαν ακόμη παραγραφεί. Δεν δικαιολογείται δε τόσο μακρός χρόνος παραγραφής ούτε η αναδρομική εφαρμογή της από λόγους που συνδέονται με τις δυσχέρειες κατά την οργάνωση του νέου ασφαλιστικού φορέα και την ένταξη σε αυτόν του συνόλου των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ούτε από την έως την ίδρυση του Ε.Φ.Κ.Α. ενδεχόμενη αδράνεια των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να μεριμνήσουν για την είσπραξη των απαιτήσεών τους. Εξάλλου, η ίδια η πρόβλεψη σχετικά σύντομης προθεσμίας παραγραφής δεν επιφέρει για τους ασφαλισμένους δυσμενείς συνέπειες κατά τη συνταξιοδότησή τους. Τούτο δε διότι το ζήτημα του καθορισμού σχετικά σύντομης διάρκειας προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεων αυτών, που, άλλωστε, απαντάται στην πλειονότητα των σύγχρονων ευρωπαϊκών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ουδόλως συνάπτεται με το διάφορο ζήτημα της τυχόν πρόβλεψης σε διαφορετικά νομοθετήματα προϋποθέσεων, χρονικών ή άλλων συναπτόμενων με την καταβολή εισφορών, για την αναγνώριση χρόνου ασφάλισης με σκοπό τη συνταξιοδότηση, προϋποθέσεις, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, τελούν υπό τις εγγυήσεις του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και ερμηνεύονται  υπό το φως των γενικών αρχών του δίκαιου της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων η αρχή της στενής ερμηνείας των διατάξεων που θέτουν χρονικούς περιορισμούς στο δικαίωμα αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης και η αρχή ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων για την καταβολή εισφορών του εργοδότη έναντι του ασφαλιστικού φορέα δεν δύναται, κατ’ αρχήν, να αποβεί εις βάρος του ασφαλισμένου. 

Σύμφωνα με την άποψη που μειοψήφησε, η εικοσαετής γενική παραγραφή, που θεσπίζεται με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, δεν αντίκειται σε καμία συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, με εξαίρεση το  Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για το οποίο ίσχυε η δεκαετής παραγραφή, η εικοσαετής παραγραφή των αξιώσεων όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από μη καταβληθείσες εισφορές ήταν ο κανόνας στο ασφαλιστικό σύστημα ήδη πριν από τη θέσπιση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016. Η ρύθμιση λοιπόν του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016, επαναλαμβάνοντας κατά βάση τον προϊσχύοντα γενικό κανόνα της εικοσαετούς παραγραφής, είναι απόλυτα σαφής και προβλέψιμη και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Όσον αφορά δε την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και την Ε.Σ.Δ.Α. εύλογη διάρκεια της παραγραφής, η εικοσαετία δικαιολογείται λόγω των οργανωτικών και λοιπών λειτουργικών προβλημάτων που έχουν ανακύψει από την για πρώτη φορά ουσιαστική ενοποίηση των εντασσόμενων φορέων κοινωνικής ασφάλισης, που υιοθέτησε ο ν. 4387/2016. Εξ άλλου, η ασφαλιστική εισφορά  ενδιαφέρει το σύνολο των ασφαλισμένων, αφού αποτελεί πόρο του ταμείου από τον οποίο αντλείται η δυνατότητα καταβολής σύνταξης σε όλους τους ασφαλισμένους. Λόγω δε της διασύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το εργασιακό καθεστώς των ωφελούμενων από αυτές, οι μικρότερες οικείες προθεσμίες παραγραφής εκθέτουν τους ασφαλισμένους στον κίνδυνο μη αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης με δυσμενείς επιπτώσεις στη συνταξιοδότηση, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συνεπάγονται την απώλεια συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και την παράταση του εργασιακού βίου. Επομένως, η εικοσαετής γενική παραγραφή του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και την πάταξη της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας, στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των ασφαλισμένων με την μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του χρόνου πραγματικής ασφάλισής τους και τη διασφάλιση της επάρκειας των παροχών και της βιωσιμότητας του Ε.Φ.Κ.Α.  Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η  εικοσαετής γενική παραγραφή του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας ούτε σε άλλη συνταγματική ή υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη και αρχή.

 

Β. Κατόπιν της ως άνω κρίσης περί της αντισυνταγματικότητας του γενικού κανόνα παραγραφής, που θεσπίστηκε με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016, καταλείπεται κενό στη ρύθμιση, δεδομένου ότι δεν υφίσταται προϋφιστάμενο δίκαιο, που να ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα, εν όψει και της σαφούς βούλησης του νομοθέτη να θεσπίσει κοινή ρύθμιση για  την παραγραφή των αξιώσεων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του συνόλου  των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων. Το κενό αυτό δεν είναι ανεκτό από το Σύνταγμα, εφόσον από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου απαιτείται η πρόβλεψη προθεσμίας παραγραφής. Πρέπει δε να πληρωθεί με την εφαρμογή του κανόνα της δεκαετούς παραγραφής των αξιώσεων καταβολής εισφορών για το σύνολο των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, ο οποίος κρίνεται ότι αποτελεί εύλογο χρόνο παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων και αποτελούσε το προϊσχύσαν δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., του μεγαλύτερου, έως την ίδρυση του  Ε.Φ.Κ.Α., φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών της χώρας.  Η πλήρωση δε του νομοθετικού κενού με τον ως άνω γενικό κανόνα τελεί σε αρμονία  προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, που αξιώνει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των σχετικών κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και προς την αρχή της οικονομίας της δίκης, την οποία θάλπει ο θεσμός της πιλοτικής δίκης στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε αντίθετη περίπτωση, που γινόταν δεκτό ότι η εφαρμογή της δεκαετούς παραγραφής περιορίζεται μόνον στις αξιώσεις υπόχρεων προερχόμενων από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., θα ανέκυπτε ως άμεση συνέπεια της αποφάσεως ασάφεια περί του εφαρμοστέου δικαίου για τις οικείες αξιώσεις των λοιπών φορέων.

Ως προς το ανωτέρω ζήτημα του χρόνου παραγραφής που ισχύει ως προς τις απαιτήσεις από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α. με τον ανωτέρω νόμο διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες: α) Σύμφωνα με την πρώτη μειοψηφούσα γνώμη, κατόπιν της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας της εικοσαετούς παραγραφής, εφαρμοστέα τυγχάνει ειδικώς για τους υπόχρεους ασφαλιστικών εισφορών, που υπάγονταν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, η προϊσχύσασα για το συγκεκριμένο ασφαλιστικό φορέα δεκαετής παραγραφή, παρέλκει δε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης η κρίση περί του εύλογου χρόνου παραγραφής των αξιώσεων, που αφορούν τους υπόχρεους οι οποίοι προέρχονται από τους λοιπούς εντασσόμενους φορείς. β) Σύμφωνα με τη δεύτερη  μειοψηφούσα γνώμη, δεν υφίσταται εν προκειμένω νομοθετικό κενό, καθόσον μετά την ανωτέρω κρίση περί αντισυνταγματικότητας  της διάταξης εφαρμοστέα στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά αξιώσεις του ενταχθέντος στον Ε.Φ.Κ.Α. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., είναι η προϊσχύουσα ειδική για τον εν λόγω φορέα διάταξη, με την οποία οριζόταν δεκαετής παραγραφή των  αξιώσεών του από εισφορές, μετά δε την κρίση του Δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας της ανωτέρω διάταξης στο νομοθέτη εναπόκειται να επανέλθει επί του επίμαχου ζητήματος της παραγραφής των αξιώσεων των ενταχθέντων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων κοινωνικής  ασφάλισης από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές και να θεσπίσει νέα προθεσμία παραγραφής. γ) Σύμφωνα με την τρίτη μειοψηφούσα γνώμη, προθεσμία παραγραφής δέκα ετών για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί μακρό χρόνο παραγραφής και δεν συνάδει με  τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Το κενό στη ρύθμιση πρέπει να πληρωθεί με την εφαρμογή της πενταετίας ως εύλογου, κατά τον κανόνα, χρόνου παραγραφής, σε περιπτώσεις δε σοβαρών παραβάσεων μπορεί να προβλέπεται  από το νομοθέτη μακρότερη παραγραφή. 

 

Πηγή: ΕΕΑ

 

Απασχόληση συνταξιούχων: Καταβολή ασφαλιστικών εισφορών – Αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης

Με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που επήλθε με το Νόμο 4670/2020, μεταβλήθηκε μεταξύ άλλων και το καθεστώς των συνταξιούχων  που εξακολουθούν να παράσχουν εργασία ή να αυτοαπασχολούνται.

Α. Στο άρθρο 20 του Νόμου 4387/2016 (όπως αντικαταστάθηκε από το Νόμο 4670/2020, συμπληρώθηκε με το Νόμο 4676/2020 και τροποποιήθηκε  με το Νόμο 4690/2020) που φέρει τον τίτλο «Απασχόληση συνταξιούχων» προβλέπεται στην παρ.3 ότι «α. Για το χρονικό διάστημα απασχόλησης του συνταξιούχου καταβάλλονται για τον μισθωτό συνταξιούχο και τον αυτοτελώς απασχολούμενο ή ελεύθερο επαγγελματία ή υπαγόμενο στη ασφάλιση του ΟΓΑ, με την επιφύλαξη της περ. α` της παρ. 4 οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές των άρθρων 38 ή 39 ή 40 αντιστοίχως. β. Οι συνταξιούχοι πρώην φορέων κύριας ασφάλισης ή του Δημοσίου που είχαν αναλάβει ή αναλαμβάνουν δραστηριότητα για την οποία υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ καταβάλουν την ασφαλιστική εισφορά του άρθρου 40, εφόσον το ετήσιο εισόδημά τους από την δραστηριότητα αυτήν υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Η ως άνω απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών του άρθρου 40 ισχύει από 1.6.2020.»

Κατά τα ανωτέρω, ο συνταξιούχος καταβάλλει τις προβλεπόμενες κατά περίπτωση ασφαλιστικές εισφορές κύριας, επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας (όπου οι τελευταίες προβλέπονται), καθώς επίσης και όποιες εισφορές ο e-ΕΦΚΑ συνεισπράττει, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις.

Όσον αφορά στην εισφορά ασθένειας, σημειώνεται ότι ο απασχολούμενος συνταξιούχος υποχρεούται στην καταβολή εισφοράς για ασθένεια επί του μισθού ή του/των ημερομισθίου/ων ή επί της ασφαλιστικής κατηγορίας του άρθρου 37 του ν. 4670/2020, αλλά γίνεται και παρακράτηση εισφοράς ασθένειας επί της σύνταξης, σύμφωνα με το άρθρο 44 του ν. 4387/2016, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 39 του ν. 4670/2020.

Οι απασχολούμενοι συνταξιούχοι που υπάγονται για παροχή υγειονομικής περίθαλψης εκτός ΕΟΠΥΥ, δεν καταβάλουν διπλή εισφορά συνταξιούχων και απασχολούμενων, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν τα προβλεπόμενα από τους κανονισμούς των φορέων ασθένειας που έχουν διατηρήσει την αυτοτέλεια τους.

Β. Ως προς την αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης που πραγματοποιείται μετά την συνταξιοδότηση, ήτοι κατά την απασχόληση συνταξιούχου, σημειώνεται ότι, είτε υπάρχει περικοπή είτε αναστολή της καταβαλλόμενης σύνταξης, ο συνταξιούχος κατά την διακοπή της απασχόλησης θα  πρέπει να υποβάλει αίτηση που να ζητά, είτε την προσαύξηση της σύνταξής του είτε την καταβολή δεύτερης (μόνο ανταποδοτικής) σύνταξης, εφόσον θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.  Ως προσαύξηση για την κύρια σύνταξη λαμβάνει αναλογία ανταποδοτικής σύνταξης κατά τα άρθρα 20 και 30 του Νόμου 4387/2016 (ΦΕΚ 85/Α/12-5-2016). Η εν λόγω προσαύξηση, με βάση τους συντελεστές υπολογισμού της, είναι μικρότερη από τη δεύτερη ανταποδοτική σύνταξη.

Ειδικότερα, α) Για την κύρια σύνταξη, χορηγείται ποσό το οποίο προκύπτει με βάση τα ποσοστά αναπλήρωσης και τις συντάξιμες αποδοχές των άρθρων 24 (τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 4387/2016) και 28 (αντικατάσταση του άρθρου 28 του ν. 4387/2016) του ν. 4670/2020 και μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης ως συνταξιούχου.

β) Για την επικουρική σύνταξη, χορηγείται ποσό, που προκύπτει με βάση τον υπολογισμό της επικουρικής σύνταξης, σύμφωνα με το άρθρο 96 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του ν. 4670/2020 και μόνο για το χρονικό διάστημα της απασχόλησης, μετά τη συνταξιοδότηση.

Γ. Σχετικά με την απασχόληση συνταξιούχων εκδόθηκε και η με αρ.34/2020 εγκύκλιος του e-ΕΦΚΑ με θέμα «.«Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθρου 27 του Ν. 4670/2020 (ΦΕΚ Α’43), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 78 του Ν. 4690/2020 (Α’104), για την απασχόληση των συνταξιούχων λόγω γήρατος και παροχή οδηγιών.»

Στην εγκύκλιο αυτή κατ’ αρχάς διευκρινίζονται ζητήματα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4670/2020. Συγκεκριμένα διευκρινίζεται ότι:

«Οι διατάξεις του άρθρου 27 του Ν.4670/2020 εφαρμόζονται στους συνταξιούχους λόγω γήρατος όλων των ενταχθέντων στον e-ΕΦΚΑ φορέων και του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων και των προσώπων που λαμβάνουν χορηγία ή βουλευτική σύνταξη οι οποίοι είτε έχουν αναλάβει εργασία ή ιδιότητα ή δραστηριότητα πριν την 28.2.2020 ή θα αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχόληση μετά την ισχύ του Ν.4670/2020, δηλαδή από 28.2.2020, εφόσον για την εργασία ή την ιδιότητα ή την δραστηριότητα προκύπτει υποχρέωση ασφάλισης στον e- ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις σχετικές γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις των πρώην φορέων που εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ.

Συγκεκριμένα, αφορά:

α. Ασφαλισμένους που συνταξιοδοτήθηκαν από 28.2.2020 και μετά και ανέλαβαν εργασία ή δραστηριότητα είτε πριν είτε μετά την συνταξιοδότησή τους,

β. Ασφαλισμένους που είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί κατά την ημερομηνία αυτή και ανέλαβαν εργασία μετά την 28.2.2020,

γ. Ασφαλισμένους που είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί κατά την ημερομηνία αυτή και οι οποίοι είχαν αναλάβει εργασία ή ιδιότητα ή δραστηριότητα πριν την 28.2.2020. Στην περίπτωση αυτή διακρίνουμε δύο κατηγορίες:

  1. i) τους εργαζόμενους συνταξιούχους που καταλαμβάνονταν από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν.4387/2016 στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 27 του Ν.4670/2020 από 28.2.2020, εφόσον συνέχισαν να εργάζονται κατά την ημερομηνία αυτή και
  2. ii) τους συνταξιούχους οι οποίοι είχαν αναλάβει εργασία ή είχαν αποκτήσει ιδιότητα ή δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση πριν την 13.5.2016 και δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 20 του Ν.4387/2016. Οι συνταξιούχοι αυτής της κατηγορίας υπάγονται στο πεδίο των διατάξεων του άρθρου 27 του Ν.4670/2020 από 1.3.2022 εφόσον συνεχίζουν εργαζόμενοι κατά την ημερομηνία αυτή σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 1α του άρθρου 20 του Ν.4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 27 του Ν.4670/2020 και το άρθρο 78 του Ν.4690/2020. Όμως, στην περίπτωση που διακόψουν την απασχόλησή τους μέχρι 28.02.2022, ευνόητο είναι ότι για όσο χρόνο είχαν εργαστεί ενέπιπταν στις προϊσχύουσες οικείες διατάξεις περί απασχόλησης συνταξιούχων.

Για παράδειγμα, συνταξιούχος ο οποίος ανέλαβε εργασία την 1.7.2016 και συνεχίζει εργαζόμενος και μετά την 28.2.2020, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν.4670/2020 από 28.2.2020, ενώ συνταξιούχος ο οποίος ανέλαβε εργασία την 1.3.2016 (δηλαδή πριν από την ισχύ των διατάξεων του Ν.4387/2016) και ο οποίος συνεχίζει εργαζόμενος και μετά την 28.2.2020, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν.4670/2020 από 1.3.2022 (εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται ή να αυτοαπασχολείται και μετά την ημερομηνία αυτή).

δ. Όσους εργάζονται ως μισθωτοί ή αυτοαπασχολούνται σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε χώρα με την οποία δεν έχει συναφθεί διμερής σύμβαση κοινωνικής ασφάλειας, οι οποίοι αντιμετωπίζονται κατά περίπτωση σύμφωνα με τα προαναφερόμενα (α,β,γ).»

Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι η αξιοποίηση του χρόνου απασχόλησης των συνταξιούχων που ενέπιπταν στον Ν.2592/98 προϋπέθετε μεν την αναστολή καταβολής της σύνταξης αλλά στην περίπτωση παράλληλης καταβολής μισθού και σύνταξης ο συνταξιούχος είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει εκ των υστέρων τα ποσά συντάξεων προκειμένου να αξιοποιήσει τον αντίστοιχο χρόνο και διευκρινίζεται ότι  ο ασφαλισμένος που εμπίπτει στις διατάξεις του Ν.2592/1998, έχει δικαίωμα να αξιοποιήσει το χρόνο εργασίας του και πριν την 1.3.2022, εφόσον επιστρέψει άτοκα τα αντίστοιχα ποσά σύνταξης.

Τέλος, παρατίθεται παράδειγμα ως προς την αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης που πραγματοποιείται μετά την συνταξιοδότηση. Ειδικότερα:

“Έστω ότι συνταξιούχος εργάζεται για το διάστημα 1.1.2016 έως και 30.6.2022 και πραγματοποιεί χρόνο ασφάλισης μετά τη συνταξιοδότηση 6 έτη και 6 μήνες. Ο υπολογισμός της προσαύξησης της σύνταξής του θα γίνει ως εξής:

Αφού αθροίσουμε τις αποδοχές των ετών 1.1.2016 έως και 30.6.2022 διαιρούμε με τους αντίστοιχους μήνες ασφάλισης και βρίσκουμε το μέσο όρο. Το ποσό της προσαύξησης ισούται με το γινόμενο:

0,77 ( συντελεστής αναπλήρωσης για χρόνο ασφάλισης έως και 15 έτη) Χ 6,5 (έτη ασφάλισης μετά τη συνταξιοδότηση) Χ μέσο όρο μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών.

Το ποσό που προκύπτει από τον ανωτέρω υπολογισμό (που είναι ίδιος με τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης) προστίθεται στη σύνταξη που ήδη λαμβάνει ο δικαιούχος είτε αυτή η σύνταξη έχει απονεμηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4387/2016 είτε πρόκειται για σύνταξη που επανυπολογίστηκε σύμφωνα με τον Ν.4387/2016.”

 

Πηγή: ΕΕΑ

Παράταση της ηλεκτρονικής υποβολής των ΑΠΔ

Σύμφωνα με την απόφαση 307/Συν.26/27.08.2020 της Συνεδρίασης του e-ΕΦΚΑ , αποφασίστηκε η παράταση έως τις 18/09/2020, της ηλεκτρονικής υποβολής των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (Α.Π.Δ.) για ορισμένες κατηγορίες.

Ειδικότερα:

196050/2020
Παράταση μέχρι 18/09/2020: α) της ηλεκτρονικής υποβολής Α.Π.Δ. Ιουνίου και Ιουλίου 2020 και καταβολής των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, για εργαζόμενους επιχειρήσεων-εργοδοτών, ενταχθέντων στο Μηχανισμό ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ & εποχικούς εργαζόμενους με δικαίωμα ή μη επαναπρόσληψης. β) της ηλεκτρονικής υποβολής Α.Π.Δ. Ιουλίου 2020 και καταβολής των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, για εργαζόμενους επιχειρήσεων- εργοδοτών, που δραστηριοποιούνται στον τριτογενή τομέα και στους κλάδους των αεροπορικών μεταφορών του άρθρου 123, παρ. 1 και 3 του Ν.4714/2020 (Φ.Ε.Κ. Α148) μη ενταγμένων στο Μηχανισμό ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ.

Η απόφαση

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ

Ταχ. Διεύθυνση: Σατωβριάνδου 18
104 32 Αθήνα
Πληροφορίες: Ε. Βλαχογιάννη
Α. Κοσμέα
Αριθ. τηλ.: 210 52 85 639 – 536
210 52 85 642 – 615
E – mail: d.eisf.misth@efka.gov.gr

ΘΕΜΑ: Παράταση μέχρι 18/09/2020:
α) της ηλεκτρονικής υποβολής Α.Π.Δ. Ιουνίου και Ιουλίου 2020 και καταβολής των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, για εργαζόμενους επιχειρήσεων-εργοδοτών, ενταχθέντων στο Μηχανισμό ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ & εποχικούς εργαζόμενους με δικαίωμα ή μη επαναπρόσληψης.
β) της ηλεκτρονικής υποβολής Α.Π.Δ. Ιουλίου 2020 και καταβολής των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, για εργαζόμενους επιχειρήσεων- εργοδοτών, που δραστηριοποιούνται στον τριτογενή τομέα και στους κλάδους των αεροπορικών μεταφορών του άρθρου 123, παρ. 1 και 3 του Ν.4714/2020 (Φ.Ε.Κ. Α148) μη ενταγμένων στο Μηχανισμό ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ.

Με την υπ. αριθμ. 307/Συν.26/27.08.2020 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του e-Ε.Φ.Κ.Α., παρατείνεται μέχρι 18/09/2020 η προθεσμία:
α) της ηλεκτρονικής υποβολής Α.Π.Δ. Ιουνίου και Ιουλίου 2020 και καταβολής των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, για τους:
• εργαζόμενους, που έχουν ενταχθεί τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2020 στο Μηχανισμό ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ (άρθρο 31 του ν. 4690/2020),
• εποχικά εργαζόμενους με δικαίωμα επαναπρόσληψης, για τους οποίους ανεστάλησαν οι συμβάσεις εργασίας τους τον Ιούνιο και τον Ιούλιο 2020 (άρθρο 32 του ν. 4690/2020),
• εποχικά εργαζόμενους -χωρίς δικαίωμα επαναπρόσληψης- που επαναπροσλήφθηκαν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο 2020 από εργοδότες του τουριστικού και επισιτιστικού κλάδου (άρθρο 33 του ν. 4690/2020).
β) της ηλεκτρονικής υποβολής Α.Π.Δ. Ιουλίου 2020 και καταβολής των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, για εργαζόμενους επιχειρήσεων-εργοδοτών που δραστηριοποιούνται στον τριτογενή τομέα, υποκείμενες σε ΦΠΑ που έλαβαν άνω του 50% των ακαθάριστων εσόδων τους, κατά το 3ο τρίμηνο του έτους 2019 και στους κλάδους των αεροπορικών μεταφορών (άρθρο 123 παρ. 1 και 3 του ν.4714/2020) μη ενταγμένων στο Μηχανισμό ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ, χωρίς την επιβολή των προβλεπόμενων πρόσθετων επιβαρύνσεων, προσθέτων τελών και λοιπών προσαυξήσεων.
Οδηγίες για την ασφαλιστική τακτοποίηση των ανωτέρω κατηγοριών εργαζομένων που θα εξειδικεύσουν, μεταξύ άλλων, θέματα απεικόνισης της ασφάλισής τους στις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (Α.Π.Δ.), θα παρασχεθούν με νεότερο έγγραφό μας, βάσει Κ.Υ.Α. που αναμένεται να εκδοθούν.
Επισημαίνεται ότι, η εν λόγω παράταση δεν αφορά εργαζόμενους λοιπών κατηγοριών (εκτός των προαναφερομένων περιπτώσεων α και β), για τους οποίους οι επιχειρήσεις-εργοδότες, θα πρέπει να υποβάλλουν τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (Α.Π.Δ.), μισθολογικής περιόδου Ιουλίου 2020 και να καταβάλουν τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (μέχρι 31/08/2020).
Στις περιπτώσεις επιχειρήσεων-εργοδοτών που απασχόλησαν την ίδια μισθολογική περίοδο:
• εργαζόμενους των προαναφερομένων περιπτώσεων α και β και
• εργαζόμενους λοιπών κατηγοριών,

θα πρέπει για αυτούς (τους εργαζόμενους των λοιπών κατηγοριών), να υποβάλουν Κανονική (01) Α.Π.Δ. και να καταβάλουν τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές μέχρι 31/08/2020, ενώ για τους εργαζόμενους τους ενταγμένους στο Μηχανισμό ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ ή εποχικούς με δικαίωμα ή μη επαναπρόσληψης καθώς και τους αναφερομένους στο άρθρο 123 παρ. 1 και 3 Ν.4714/2020, παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλουν Συμπληρωματική (04) Α.Π.Δ. και να καταβάλουν τις αντίστοιχες απαιτητές ασφαλιστικές εισφορές, μέχρι 18/09/2020.

Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΙΑΠΑΚΗΣ

Πηγή: taxheaven.gr