Απειλή νέας βαθιάς ύφεσης για λιανεμπόριο, εστίαση

Χωρίς «εμβόλιο» έναντι της πληθωριστικής… πανδημίας βρίσκεται ο εγχώριος εμπορικός κόσμος, με όλες τις δραστηριότητες μικρής και μεγάλης λιανικής, εστίασης και τουρισμού να βρίσκονται υπό τη δαμόκλειο σπάθη μιας νέας βαθιάς ύφεσης.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έφερε πιο κοντά το δυσοίωνο σενάριο που είχε αναπτυχθεί στην αγορά από το καλοκαίρι, όταν ξεκίνησε η ακατάσχετη άνοδος του ενεργειακού κόστους και των πρώτων υλών, που έκανε λόγο για ένα παρατεταμένο υψηλό πληθωριστικό σοκ, το οποίο δυστυχώς κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει πόσο θα κρατήσει και τι βάθος θα έχει.
Η έκρηξη του πληθωρισμού στο 7,2% τον Φεβρουάριο είναι ένα προμήνυμα για το τι θα ακολουθήσει στην αγορά, με τον εμπορικό κόσμο να προσπαθεί να προετοιμαστεί για μια βίαιη και κατακόρυφη μείωση πωλήσεων, δεδομένου ότι η αγοραστική δυνατότητα των καταναλωτών, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν στη «Ν» αναλυτές της αγοράς, «θα παραμείνει στα τάρταρα».

Αυτή την εκτίμηση της αγοράς επιβεβαιώνουν και τα ευρήματα της Ετήσιας Έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, σύμφωνα με τα οποία το 45,1% των νοικοκυριών εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση θα χειροτερέψει, ενώ για σχεδόν ένα στα δύο νοικοκυριά το εισόδημα του μήνα επαρκεί για 19 μέρες.

«Κανένα περιθώριο αισιοδοξίας»

«Η αγορά είναι και θα παραμείνει πεσμένη. Ούτε η εκπτωτική περίοδος δεν βοήθησε την αγορά, ενώ οι προβλέψεις για την πασχαλινή περίοδο δεν είναι αισιόδοξες. Τα λειτουργικά κόστη έχουν εκτοξευθεί σε όλες τις δραστηριότητες, με το ενεργειακό κόστος να “τρέχει” με τριπλάσιο ρυθμό αύξησης, ξεπερνώντας ακόμα και το κόστος για το νοίκι», αναφέρει στη «Ν» ο πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ), Γιώργος Καββαθάς

«Όλοι οι επαγγελματίες της λιανικής βρίσκονται στο κρεβάτι του Προκρούστη. Οι ανατιμήσεις σε όλα τα αναλώσιμα είδη σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος ενέργειας και το χαμηλό διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για αισιοδοξία. Τι μπορεί να κάνει ο επιχειρηματίας στη μικρή λιανική; Τι δυνατότητες ευελιξίας έχει ο κρεοπώλης της γειτονιάς, ο φούρναρης, ο μπακάλης; Πώς να ισορροπήσει όλα τα παραπάνω και ταυτόχρονα να κρατήσει αντοχές έναντι του ανταγωνισμού των μεγάλων αλυσίδων; Εάν δεν συγκρατούσαν τις τιμές τόσο η βιομηχανία όσο και η λιανική, οι αυξήσεις σε βασικά είδη θα ήταν πάνω από 30%-40%. Και ακόμα δεν έχουν φανεί οι επιπτώσεις του πολέμου. Αυτή είναι η κατάσταση, και στην περίπτωση της λιανικής τροφίμων και λοιπών βασικών καταναλωτικών είναι και καλύτερη σε σχέση με την ένδυση και υπόδηση ή τα βιβλιοπωλεία ή τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών. Πώς θα καλυφθούν τα κόστη λειτουργίας με μηδενικούς τζίρους;» αναφέρουν στη «Ν» εκπρόσωποι της μικρής λιανικής.

Και τα στελέχη από μεγάλες αλυσίδες, ωστόσο, εκφράζουν την έντονη δυσκολία για τη διαχείριση της δίδυμης κρίσης, σημειώνοντας ότι «τα αντανακλαστικά κάθε παίκτη της αγοράς εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εικόνα της κερδοφορίας του. Η πριμοδότηση των τιμών και η διατήρηση της επισκεψιμότητας στα καταστήματα είναι τα βασικά σημεία που εστιάζουν οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής. Οι αλυσίδες δεν έχουν δυνατότητα περικοπών στα άλλα λειτουργικά κόστη. Το κόστος ενέργειας είναι μια τεράστια υπόθεση για όλη την αγορά, ανεξαρτήτως είδους δραστηριότητας. Πρέπει να υπάρξει αποσυμπίεση, έστω σε αυτό το κομμάτι».

 

Στην εστίαση

Σε ό,τι αφορά την εστίαση, που ακόμα δεν έχει καταφέρει να συνέλθει από τα περιοριστικά μέτρα έναντι της εξάπλωσης της πανδημίας, που εξακολουθεί να υφίσταται, λειτουργώντας αποτρεπτικά για μεγάλη μερίδα καταναλωτών, οι επαγγελματίες εκφράζουν έντονη ανασφάλεια για την ικανότητα διατήρησης των δραστηριοτήτων τους. «Ούτε ο καιρός δεν είναι σύμμαχος φέτος. Το κρύο και η βροχή αποθαρρύνουν ακόμα περισσότερο την έξοδο από το σπίτι, με αποτέλεσμα να μειώνονται ακόμα περισσότερο οι πιθανότητες να επισκεφθεί κανείς ένα σημείο εστίασης. Το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας ήταν απελπισία για πολλά καταστήματα και για όσα ευτύχησαν να έχουν υψηλότερη επισκεψιμότητα ένα τριήμερο δεν αρκεί να καλύψει το λειτουργικό κόστος του μήνα, που πλέον δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε να περιοριστεί. Δηλαδή τι θα κάνει ένα μαγαζί για να περιορίσει το ενεργειακό κόστος; Να μην έχει ανοιχτά φώτα ή να μην έχει θέρμανση; Ούτε μπορεί ο εστιάτορας να ρίξει την ποιότητα των τροφίμων που επιλέγει επειδή έχουν ανατιμηθεί, γιατί τότε θα χάσει τον καταναλωτή. Παράλληλα, πόσο μπορεί να αυξήσει τον τιμοκατάλογο για ένα πιάτο;» αναφέ<B>ρουν ιδιοκτήτες εστιατορίων.

«Η συγκυρία είναι αυτό που λέμε ιδανική για “παραγωγή” λουκέτων. Όποια επιχείρηση άντεξε τα lockdowns και την πανδημία, βρίσκεται -χωρίς να έχει επέλθει καμία περίοδος χάριτος- στην επόμενη πίστα των προκλήσεων, που είναι δυσκολότερη. Πέντε στις δέκα επιχειρήσεις παρουσίασαν μείωση τζίρου πάνω από 30% στις εκπτώσεις. Τώρα, με τον πόλεμο, την ανασφάλεια και την ακρίβεια που χτυπάει τους καταναλωτές, οι δαπάνες για ένδυση θα κοπούν μαχαίρι. Τα φυσικά καταστήματα πεθαίνουν αλλάζοντας βιτρίνα για τη νέα σεζόν», αναφέρει χαρακτηριστικά στη «Ν» ιδιοκτήτης καταστήματος στον άλλοτε εμπορικό δρόμο της Πατησίων, που πια βρίθει από κατεβασμένα ρολά.

«Οι εταιρείες να θεωρήσουν τον πληθωρισμό ως ευκαιρία»

Ερωτηθείς για το πώς πρέπει να αντιδράσουν οι εταιρείες στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται, ο διευθύνων σύμβουλος της IRI Παναγιώτης Μπορέτος επισημαίνει στη «Ν» ότι «οι έντονες πληθωριστικές τάσεις πλήττουν όλες τις οικονομίες, χωρίς να λάβουμε υπ’ όψιν μας τις επιπτώσεις που θα έχει ο πόλεμος στην Ουκρανία. Στον πληθωρισμό του 2022 συντρέχουν πολλές διαφορετικές παράμετροι ταυτόχρονα: από την αύξηση τιμών των πρώτων υλών, ενέργειας και κόστους μεταφοράς, στις κλιματολογικές αλλαγές, στην έλλειψη εποχιακού προσωπικού, πρώτων υλών έως την αβεβαιότητα για την πορεία της Covid-19. Σε αυτό το περιβάλλον, οι εταιρείες πρέπει να στοχεύσουν στους καταναλωτές με μεγαλύτερη ακρίβεια. Να θεωρήσουν τον πληθωρισμό ως ευκαιρία, επειδή οι καταναλωτές επαναξιολογούν τη σχέση τους με την κατηγορία, τη μάρκα και επιζητούν μεγαλύτερα οφέλη από τη χρήση της μάρκας/υπηρεσίας. Οι εταιρείες πρέπει να επενδύσουν στην κατανόηση των μεταβαλλόμενων αναγκών και συμπεριφορών των καταναλωτών, που είναι πιθανό να μετατοπίσουν την καμπύλη ζήτησης και να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες ανάπτυξης. Να επαναπροσδιορίσουν το μίγμα: μάρκετινγκ, στρατηγικές τιμών, προώθησης, διανομής και media στη μεταβαλλόμενη ζήτηση.

Πληθαίνουν οι αστερίσκοι για την τουριστική σεζόν

Το γεγονός ότι οι τιμές των προκρατήσεων καθορίστηκαν με βάση τα δεδομένα πριν από την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους και τον πόλεμο στην Ουκρανία, δημιουργεί προβληματισμό.

Το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι εξελίξεις επί ουκρανικού εδάφους είναι οι δύο νέοι παράγοντες, που σε συνδυασμό με τη διατήρηση της πανδημίας Covid-19 ανατρέπουν τις συνιστάμενες και για τον τουριστικό κλάδο, παρά τις προσδοκίες για μια ιδιαίτερα θετική φετινή σεζόν, οι οποίες επί του παρόντος διατηρούνται.
Τα πρώτα μηνύματα για τη φετινή τουριστική σεζόν παραμένουν ενθαρρυντικά βάσει των προκρατήσεων, των αυξήσεων προγραμματισμένων αεροπορικών θέσεων, αλλά και τον προγραμματισμό των μεγάλων tour operators, κυρίως από αγορές όπως οι Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, Σκανδιναβία.
Ωστόσο, όπως αναφέρουν στη «Ν» κύκλοι της αγοράς, «οι τιμές με τις οποίες έχουν προχωρήσει σε υποδοχή κρατήσεων τα εγχώρια καταλύματα καθορίστηκαν με βάση τα δεδομένα πριν από την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους και βέβαια δεν προέβλεψαν τον πόλεμο, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμό για το εάν θα καταφέρουν τελικά να είναι βιώσιμες οι δραστηριότητες. Πολλώ δε μάλλον για όσες μονάδες λειτουργούν βάσει συμβολαίων με tour operators και έχουν κρατήσεις από πέρυσι».
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδας Αλέξανδρο Βασιλικό, σε κάποιες ξενοδοχειακές μονάδες το κόστος ενέργειας φθάνει στο 50% του τζίρου, ενώ σημαντικές ανατιμήσεις έχουν περάσει σε μια ευρεία γκάμα από αναλώσιμα, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος λειτουργίας.

 

Ο αντίκτυπος του πολέμου

Σε ό,τι αφορά τον αντίκτυπο του πολέμου στον τουριστικό κλάδο, για κάποιες περιοχές της χώρας που έχουν σημαντική εξάρτηση από τις αφίξεις Ρωσίας και Ουκρανίας (π.χ. Χαλκιδική) οι επιπτώσεις είναι σημαντικές, ωστόσο διατηρείται η αισιοδοξία ότι και σε αυτές τις περιοχές το παιχνίδι μπορεί να «γυρίσει» από την προσέλκυση επισκεπτών από άλλες χώρες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αφίξεις από τη Ρωσία και την Ουκρανία αποτελούν χαμηλά ποσοστά επί του συνόλου των τουριστικών αφίξεων στη χώρα μας, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι απώλειες για τον ελληνικό τουρισμό ενδέχεται να είναι περιορισμένες.
Ανασφάλεια όμως επικρατεί και για το πώς θα αντιδράσουν βασικές χώρες προέλευσης ταξιδιωτών στην Ελλάδα, καθώς το «κοκτέιλ» των επιπτώσεων του πολέμου και του πληθωρισμού ανατρέπει την ταξιδιωτική συμπεριφορά των καταναλωτών.
Σύμφωνα με το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank, ΑΛΦΑ+0,72% λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη θετική σχέση μεταξύ του κατά κεφαλήν ΑΕΠ των κύριων χωρών προέλευσης τουριστών (π.χ. Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία) και της αντίστοιχης εισερχόμενης ταξιδιωτικής κίνησης στη χώρα μας, η ενδεχόμενη πτώση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στις χώρες αυτές, λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους, δύναται να επηρεάσει αρνητικά τις τουριστικές ροές στην Ελλάδα.
Παράλληλα, πληθαίνουν οι αστερίσκοι και αναφορικά με τον τρόπο που θα επηρεαστούν και οι αφίξεις από τις ΗΠΑ, καθώς οι πιθανότητες να αποφύγουν οι Αμερικανοί τα ταξίδια συνολικά στην Ευρώπη δεν μπορούν να αποκλειστούν. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να πλήξει τον κλάδο, καθώς ο εισερχόμενος τουρισμός από τις ΗΠΑ αποτελεί το 6,7% του συνολικού ποσοστού, που μεταφράζεται σε αξία περί το 1,2 δισ. ευρώ (στοιχεία 2019).

 

Πηγή: naftemporiki.gr

Πόλεμος στην Ουκρανία: Ευοίωνες προοπτικές, αυξημένες αβεβαιότητες και μεγάλες προκλήσεις «βλέπει» ο Σταϊκούρας

Θα υπάρξουν επιπτώσεις στον αριθμό της οικονομικής μεγέθυνσης, με απώλεια πλούτου και στον πληθωρισμό, κυρίως μέσα από τα ενεργειακά προϊόντα, τα οποία κάθε μέρα αυξάνονται

Για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας το 2022 αλλά και το πώς επηρεάζεται η χώρα μας από τον πόλεμο στην Ουκρανία μίλησε στο FIN FORUM 2022 ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας.

«Αν μπορούσα να δομήσω μια τοποθέτηση σε ένα τέτοιο περιβάλλον σαν αυτό που ζούμε σήμερα θα μπορούσε ο τίτλος της τοποθέτησής μου θα μπορούσε να είναι “ευοίωνες προοπτικές, αυξημένες αβεβαιότητες, μεγάλες προκλήσεις”», ξεκίνησε την ομιλία του ο κ. Σταϊκούρας.

Και συνεχίσε: «Γιατί ευοίωνες προοπτικές; Γιατί μια σειρά από δείκτες της οικονομίας αποδεικνύουν ότι κοινωνία και πολιτεία τα κατάφεραν ικανοποιητικά μέσα σε πρωτόγνωρες εξωγενείς κρίσεις τα τελευταία χρόνια.

Η μεγέθυνση της οικονομίας φαίνεται να είναι ισχυρή, η χώρα φαίνεται να ανακάμπτει για το 2021 και να αναπτύσσεται βιώσιμα το 2022.

Βλέπουμε, παρατηρούμε συστηματικά τις επενδύσεις έρχονται στη χώρα, να δημιουργούν εισοδήματα και νέες θέσεις απασχόλησης.

Αποτέλεσμα αυτού είναι η ανεργία την τελευταία διετία να έχει συρρικνωθεί σημαντικά περίπου κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες.

Πρόκειται για την καλύτερη ευρωπαϊκή επίδοση της τελευταίας διετίας».

Αντέχουν οι επιχειρήσεις

Ακόμη, τόνισε πως «παρατηρούμε ότι οι επιχειρήσεις να αντέχουν, ο τζίρος το 2021 υπερέβη κατά 15 δισεκατομμύρια ευρώ τον αντίστοιχο τζίρο τους το 2019.Παράλληλα, βλέπουμε πολλές νέες επιχειρήσεις να έχουν ανοίξει το 2021, μια αύξηση ετήσια της τάξεως του 35%».

«Επίσης, βλέπουμε το τραπεζικό σύστημα να έχει αποκτήσει εντονότερα χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας τόσο στο παθητικό του όσο και στο ενεργητικό του», τόνισε ο υπουργός και εξήγησε: «Στο παθητικό του με μια πολύ μεγάλη αύξηση των καταθέσεων της τάξεως των 40 δισεκατομμυρίων ευρώ από το καλοκαίρι του 2019. Στο δε ενεργητικό του μια μεγάλη συρρίκνωση του ποσοστού των κόκκινων δανείων στο δανειακό χαρτοφυλάκιο».

Συνέχισε λέγοντας πως «η βιομηχανική παραγωγή κινείται σταθερά σε υψηλούς θετικούς δείκτες επί 14 μήνες. Και τα χτεσινά στοιχεία επιβεβαιώνουν αυτή τη διαπίστωση.

Το διαθέσιμο εισόδημα του πολίτη βλέπουμε από μελέτες εντός και εκτός της Ελλάδας, να είναι στο 9μηνο του 2021, μετά τον πληθωρισμό, αυξημένο κατά 3.5 δισεκατομμύρια ευρώ σε σχέση με το 2019.
Επίσης, βλέπουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας σταθερά να ενισχύεται».

«Η οικονομία άντεξε και τα κατάφερε»

Ο κ. Σταϊκούρας τόνισε πως «η οικονομία άντεξε, τα κατάφερε και έχει πολύ ευοίωνες προοπτικές. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της υλοποίησης μιας συνεκτικής και αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής που εργάζεται σε μια ρεαλιστική δημοσιονομική πολιτική, σε μια διορατική εκδοτική στρατηγική και στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, αλλαγών. Το ευοίωνο στοιχείο του μέλλοντος, στοιχειοθετείται και από τη σύγκριση από ευρωπαϊκές μελέτες της πορείας της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις οικονομίες της ΕΕ.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προφανώς πριν την κρίση στην Ουκρανία, η Ελλάδα θα είχε και θα έχει το δεύτερο υψηλότερο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης στην Ευρώπη, μέχρι το 2024 και ταυτόχρονα θα έχει και τον πιο σταθερό ρυθμό αύξησης επενδύσεων και εξαγωγών, τις καλύτερες ευρωπαϊκές επιδόσεις την επόμενη διετία».

Κόστος από την ρωσική εισβολή και αβεβαιότητες

Σύμφωνα με τον κ. Σταϊκούρα «όμως υπάρχουν και αυξημένες αβεβαιότητες. Στις υφιστάμενες αβεβαιότητες ήρθε να προστεθεί η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία μια απολύτων ανιστόρητη, καταδικαστέα πράξη. Η Ελλάδα στέκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας, στο πλευρό της Ουκρανίας, στο πλευρό της νομιμότητας, της ειρήνης και της δημοκρατίας. Με πράξεις, μαζί με το σύνολο των ευρωπαίων εταίρων και μαζί με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Η εισβολή όμως θα έχει κόστος, σημαντικότατο για τη Ρωσία και βλέπουμε ήδη τις συνέπειες, θα έχει κόστος όμως και για τις ευρωπαϊκές οικονομίες και την ελληνική.
Συγκεκριμένα, στον αριθμό της οικονομικής μεγέθυνσης προφανώς με απώλεια πλούτου, στον πληθωρισμό, κυρίως μέσα από τα ενεργειακά προϊόντα, τα οποία κάθε μέρα αυξάνονται.
Θα έχουμε πιθανό κόστος στον τουρισμό, άμεσο και έμμεσο και ηπιότερα θα είναι τα χαρακτηριστικά όσον αφορά το ισοζύγιο, δηλαδή τις εισαγωγές, εξαγωγές ή άμεσες ξένες επενδύσεις.
Θα υπάρχουν και πρόσθετες δυσμενείς συνέπειες όπως θα είναι η αύξηση του κόστους δανεισμού της χώρας».

Ο κ. Σταϊκούρας ξεκαθάρισε πως «η ελληνική οικονομία έχει ένα βιώσιμο χρέος αλλά το υψηλότερο στην Ευρώπη και επιδιώκουμε να το μειώσουμε. Η Ελλάδα του 2021 χτίζοντας ορθώς ένα δίχτυ ασφαλείας πάνω από νοικοκυριά και επιχειρήσεις εμφάνισε ένα σημαντικό έλλειμμα, το οποίο θα πρέπει σιγά σιγά να οδηγηθούμε στη σταθερότητα. Αυτό όμως θα εξαρτηθεί από ευρωπαϊκές αποφάσεις. Είμαστε σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και αγωνιζόμαστε να βγούμε από αυτό το 2022. Συμπερασματικά: απέναντι σε αυτές τις ευοίωνες προοπτικές η ελληνική κυβέρνηση στέκεται με ψυχραιμία, με αυτοπεποίθηση, με σύνεση και με αποφασιστικότητα».

Οι στόχοι

Τέλος, ο κ. Σταϊκούρας έθεσε τους στόχους της κυβέρνησης:
-Οικονομική μεγέθυνση

-Διατηρισημότητα ανάπτυξης

-Έξοδος από τη δημοσιονομική εποπτεία

-Μείωση του όγκου των «κόκκινων» δανείων σε μονοψήφιο ποσοστό

-Ενίσχυση της Άμυνας και της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας

-Σταδιακή μετάβαση σε καθεστώς δημοσιονομικής ισορροπίας

-Επενδυτική βαθμίδα το 2023

 

Πηγή: ot.gr