Με επιστολή του προς τους Υπουργούς Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Ανάπτυξης, κ.κ. Τσιάρα, Σταϊκούρα, Γεωργιάδη, αντίστοιχα, ο Πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου καταθέτει μια σειρά από στοχευμένες προτάσεις του Ε.Ε.Α. επί του νομοσχεδίου του νέου Πτωχευτικού Κώδικα.

Ακολουθεί το κείμενο της επιστολής:

 Αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί,

Στο πλαίσιο διαμόρφωσης του σχεδίου για το Νέο Πτωχευτικό Κώδικα (Κώδικα Διευθέτησης Οφειλών και Παροχής Δεύτερης Ευκαιρίας) επιχειρείται η ουσιαστική αναμόρφωση του δικαίου της αφερεγγυότητας, με ρυθμίσεις που διέπουν μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας -και κυρίως τις κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες ομάδες. Ένεκα της σπουδαιότητάς τους, οι ρυθμίσεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης,  ενώ ορισμένες διατάξεις του εν λόγω νομοσχεδίου δημιούργησαν σοβαρό προβληματισμό,  με σημαντικότερες εκείνες που αφορούν στην προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, στην προστασία της πρώτης κατοικίας και στην ευθύνη των διοικητών εταιρείας για την παύση πληρωμών.

Ειδικότερα, αναφορικά με το κεφάλαιο της προπτωχευτικής διαδικασίας εξυγίανσης (άρθ. 122 επ.), δέον όπως συμπεριληφθούν διατάξεις που να εξασφαλίζουν τον αποκλεισμό οιασδήποτε καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των πιστωτών, μέσω της παρελκυστικής υποβολής αίτησης πτώχευσης σε περιπτώσεις οφειλετών που παρουσιάζουν πρόσκαιρη αδυναμία -μολονότι ήταν συνεπείς καθ’ όλο το προηγούμενο διάστημα- για λόγους που αφορούν στην αδυναμία εξεύρεσης βιώσιμης συμφωνίας εξυγίανσης. Και τούτο διότι, ελλοχεύει ο κίνδυνος οι πιστωτές να απορρίπτουν αναίτια και άκριτα τις αιτήσεις των οφειλετών προς εξωδικαστική ρύθμιση των οφειλών τους, με απώτερο σκοπό την κήρυξη αυτών σε πτώχευση. Προς τούτο, είναι αναγκαία η διενέργεια προηγούμενου ελέγχου τόσο του αριθμού των αιτήσεων εκ μέρους των οφειλετών για εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών που απορρίπτουν οι πιστωτές όσο και των αιτιών απόρριψης αυτών, προκειμένου για την προστασία των οφειλετών (που επιθυμούν να πληρώσουν) από ενδεχόμενες καταχρηστικές αρνήσεις των πιστωτών προς συνεργασία και την αποσυμφόρηση του πτωχευτικού δικαστηρίου από αιτήσεις που πραγματικά μπορούσαν να αποτραπούν.

Επιπλέον, στο άρθρο 166 του νομοσχεδίου, στο οποίο προβλέπονται ρυθμίσεις για ευάλωτους οφειλέτες και σχετικές προστασίες, δέον όπως συμπεριληφθεί ειδικότερη προστατευτική διάταξη, που να ρυθμίζει την περίπτωση των οφειλετών-φυσικών προσώπων που κινδυνεύουν να χάσουν εξ ολοκλήρου την κατοικία τους, παρέχοντας σε αυτούς τη δυνατότητα να αποκτήσουν το δικαίωμα κυριότητας επί του κατασχεμένου ακινήτου τους, από κοινού με τον Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ποσοστό του δανείου που έχουν ήδη αποπληρώσει. Ήτοι, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί στους οφειλέτες-φυσικά πρόσωπα που έχουν λάβει, παραδείγματος χάριν, στεγαστικό δάνειο και έχουν αποπληρώσει το 70% αυτού, η δυνατότητα να γίνουν οι ίδιοι συγκύριοι του ακινήτου τους.  

 Περαιτέρω, προβληματισμοί περί καταχρηστικότητας εγείρονται γύρω από τις διατάξεις του άρθρου 54 παρ. 4 του νομοσχεδίου, καθώς δεν συνάδουν με το πνεύμα ευρωπαϊκών γενικών αρχών, ούτε ικανοποιούν τις απαιτήσεις του άρθρου 19 της Οδηγίας ΕΕ 1023/2019,  σύμφωνα με το οποίο «Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που υπάρχει πιθανότητα αφερεγγυότητας, οι διευθυντές μεριμνούν δεόντως κατ’ ελάχιστον για τα ακόλουθα: α) τα συμφέροντα των πιστωτών, των μετόχων/εταίρων και άλλων ενδιαφερομένων· β) την ανάγκη να λαμβάνουν μέτρα για την αποφυγή της αφερεγγυότητας· και γ) την ανάγκη να απέχουν από πράξεις με πρόθεση ή βαριά αμέλεια που απειλούν τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.»  Τούτο διότι, η ανωτέρω πρόβλεψη της εις ολόκλρηρον ευθύνης των μελών του οργάνου διοίκησης, θα αποτελέσει με βεβαιότητα τροχοπέδη στη λήψη πρωτοβουλιών στο πλαίσιο του επιχειρηματικού κινδύνου, λόγω του φόβου της υπέρμετρης ευθύνης τους σε περίπτωσης ζημίας μιας επιχείρησης και παύσης των πληρωμών της. Πολλώ δε μάλλον, δέον όπως περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της ως άνω ρύθμισης προκειμένου να μην δημιουργείται αστική ευθύνη των μελών του οργάνου της διοίκησης από αποφάσεις που έχουν προηγουμένως εγκριθεί από το ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων.

Τέλος, αξιοσημείωτο αποτελεί το γεγονός ότι, με το άρθρο 160 του εν λόγω νομοσχεδίου ουδόλως πραγματώνεται ο σκοπός του άρθρου 3 της σχετικής οδηγίας ΕΕ 1023/2019, η οποία κάνει λόγο για αυτεπάγγελτη –επί της ουσίας- έγκαιρη προειδοποίηση με εργαλεία όπως μηχανισμούς ειδοποίησης όταν ο οφειλέτης δεν έχει εκτελέσει ορισμένα είδη πληρωμών, συμβουλευτικές υπηρεσίες από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς ή παροχή υπό την εθνική νομοθεσία κινήτρων προς τους τρίτους που διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με τον οφειλέτη, όπως λογιστές, φορολογικές διοικήσεις και οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης, για να επισημαίνουν στον οφειλέτη τυχόν αρνητική εξέλιξη, κι όχι κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου-οφειλέτη.  

Κατόπιν των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η σοβαρότητα των παραπάνω αναφερόμενων ρυθμίσεων, επιβάλει την επανεξέταση ορισμένων διατάξεων προκειμένου να προστατευτούν πληρέστερα οι οφειλέτες που ανήκουν στις οικονομικά και κοινωνικά ευάλωτες ομάδες και να εξυπηρετηθεί αποτελεσματικότερα το δημόσιο συμφέρον.

 

Πηγή: ΕΕΑ

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *