Για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας COVID-19, έχουν δοθεί στις επιχειρήσεις χρηματικές ενισχύσεις με τη μορφή επιστρεπτέων προκαταβολών, δηλαδή έχουν δοθεί ενισχύσεις για τις οποίες παρέχεται, εν όλω ή εν μέρει, απαλλαγή επιστροφής, υπό συγκεκριμένους κατά περίπτωση όρους. Οι όροι αυτοί σχετίζονται κυρίως με το βαθμό μείωσης του κύκλου εργασιών της οντότητας και τη διατήρηση του επιπέδου απασχόλησης των εργαζομένων.

Να σημειωθεί εν προκειμένω ότι σε πλείστες περιπτώσεις έχουν ήδη εκπληρωθεί εντός του έτους 2021 οι σχετικοί όροι, ενώ αναμένεται σύντομα (εντός του Μαρτίου 2022) να αναρτηθούν τα ποσά που τελικώς πρέπει να επιστραφούν, στο διαδικτυακό τόπο της ΑΑΔΕ www.aade.gr, (myAADE/ο λογαριασμός μου/Προσωποποιημένη πληροφόρηση/ Στοιχεία Οφειλών εκτός Ρύθμισης και Πληρωμή).

Λογιστικό πλαίσιο ΕΛΠ

Οι επιστρεπτέες προκαταβολές ως στοιχείο του ισολογισμού, αναγνωρίζονται αρχικά (αρχική αναγνώριση) ως υποχρέωση, βάσει της θεμελιώδους παραδοχής του δουλευμένου που διέπει την σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων, δηλαδή που διέπει την εφαρμογή κάθε επιμέρους λογιστικού κανόνα των ΕΛΠ, είτε αφορά στοιχεία αποτελεσμάτων είτε αμιγώς στοιχεία ισολογισμού. Κατά την παραδοχή αυτή, οι επιπτώσεις των συναλλαγών και λοιπών γεγονότων αναγνωρίζονται στις οικονομικές καταστάσεις, όταν προκύπτουν και όχι όταν οι εν λόγω συναλλαγές ή τα γεγονότα διακανονίζονται ταμιακά (άρθρο 17 παρ. 1 και Παράρτημα ορισμών Ν. 4308/2014).
Η εν λόγω θεμελιώδης παραδοχή σημαίνει ότι αν το ταμειακό μέρος μιας συναλλαγής ή γεγονότος, έπεται του χρόνου που προκύπτει η επίπτωση της συναλλαγής ή του γεγονότος, το εν λόγω στοιχείο αναγνωρίζεται άμεσα όταν συμβαίνει, δηλαδή σε χρόνο πρότερο του ταμειακού διακανονισμού. Αν συμβαίνει το αντίστροφο, δηλαδή αν προηγείται το ταμειακό μέρος, όπως είναι η περίπτωση της λήψης των επιστρεπτέων προκαταβολών, η αναγνώριση της υποχρέωσης γίνεται κατά την είσπραξη, χρόνο στον οποίο αυξάνεται ισοπόσως το ενεργητικό και το παθητικό (υποχρεώσεις).

Ενδεδειγμένος χειρισμός

Στην προκείμενη περίπτωση των επιστρεπτέων προκαταβολών της πανδημίας COVID-19, με τη λήψη των επιστρεπτέων προκαταβολών, τα σχετικά ποσά έχουν, ορθώς, καταχωριστεί ως υποχρέωση κατά την αρχική τους αναγνώριση, δηλαδή με την είσπραξή τους. Το λογιστικό θέμα που γεννάται πλέον σε σχέση με αυτές τις επιχορηγήσεις αφορά αποκλειστικά τη μεταγενέστερη επιμέτρησή τους, δηλαδή την αναγνώριση της απαλλαγής από την υποχρέωση επιστροφής των ληφθέντων ποσών, εν όλω ή εν μέρει, ανάλογα με την εκπλήρωση των σχετικών όρων ή με τη σταδιακή επιστροφή ποσών στο κράτος.

Οι επιχειρήσεις για τις οποίες τεκμηριωμένα έχουν εκπληρωθεί εντός του 2021 οι κατά περίπτωση τεθέντες όροι για μερική ή ολική απαλλαγή από την υποχρέωση επιστροφής ληφθείσας επιστρεπτέας προκαταβολής, οφείλουν κατά τα ανωτέρω (παραδοχή του δεδουλευμένου) στη μεταγενέστερη επιμέτρηση αυτών στις 31.12.2021 να παύσουν να αναγνωρίζουν το αντίστοιχο ποσό απαλλαγής ως υποχρέωση και να το αναγνωρίσουν (μεταφέρουν) ως έσοδο στην κατάσταση αποτελεσμάτων του έτους 2021.

Επαναλαμβάνεται ότι η επιστρεπτέα προκαταβολή, έχει ήδη ληφθεί ταμειακά και αναγνωριστεί (ορθώς) ως υποχρέωση και ότι ο χρόνος παύσης αναγνώρισής της (ως υποχρέωσης), ουδόλως συναρτάται με το χρόνο της αναμενόμενης ανάρτησης του τελικώς οφειλόμενου (προς επιστροφή) ποσού στον ιστότοπο της ΑΑΔΕ ή με το χρόνο τελικής καταβολής αυτού. Άλλωστε, αυτό, βάσει της παραδοχής του δεδουλευμένου, ισχύει για όλα τα κονδύλια των οικονομικών καταστάσεων, όπως για παράδειγμα η υποχρέωση για φόρο εισοδήματος που αναγνωρίζεται στις οικονομικές καταστάσεις της κλειόμενης χρήσης, δηλαδή σε χρήση προγενέστερη αυτής που υποβάλλεται η σχετική δήλωση, βεβαιώνεται και καταβάλλεται ο φόρος.

Περαιτέρω, και από γραμματικής άποψης, η χρήση του διαζευκτικού συνδέσμου «ή» στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 23 των ΕΛΠ [οι κρατικές επιχορηγήσεις (που αφορούν περιουσιακά στοιχεία ή έξοδα): «αναγνωρίζονται αρχικά ως υποχρεώσεις στην περίοδο που εισπράττονται ή στην περίοδο που καθίσταται οριστική η έγκρισή τους και υπάρχει βεβαιότητα ότι θα εισπραχθούν»] αφορά κατά ορθή ερμηνεία (βλέπε Λεξικό Μπαμπινιώτη) δύο αλληλοαναιρούμενες εκδοχές και όχι εναλλακτικές επιλογές (εκδοχές), κάτι που θα απαιτούσε τη χρήση δύο διαζευκτικών συνδέσμων (ή … ή).

Βέβαια, πέραν της γραμματικής ανάλυσης της διάταξης, το κρίσιμο είναι ότι σε κάθε περίπτωση έχει εφαρμογή η θεμελιώδης παραδοχή του δεδουλευμένου. Δηλαδή, οι δύο αλληλοαναιρούμενες εκδοχές εφαρμόζονται κατά περίπτωση, όσον αφορά αποκλειστικά το χρόνο της αρχικής αναγνώρισης της υποχρέωσης και όχι την εν συνεχεία μεταφορά της στα έσοδα σε μεταγενέστερη επιμέτρηση, που είναι δεύτερο θέμα και υπόκειται στον ανωτέρω χειρισμό.

 

Πηγή: taxheaven.gr

Related Posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *